Νέα στοιχεία ή πληροφορίες μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να οδηγήσουν σε συμπληρωματικό έλεγχο και νέα πράξη καταλογισμού από την ΑΑΔΕ
Η ολοκλήρωση ενός φορολογικού ελέγχου δημιουργεί συνήθως την αίσθηση ότι η επιχείρηση μπορεί να αφήσει οριστικά πίσω της την υπόθεση. Στην πράξη, όμως, η κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου και της οριστικής πράξης προσδιορισμού φόρου δεν σημαίνει σε κάθε περίπτωση ότι αποκλείεται οποιαδήποτε μεταγενέστερη ενέργεια της φορολογικής διοίκησης.
Ο ισχύων Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ότι ένας διορθωτικός προσδιορισμός φόρου που έχει εκδοθεί κατόπιν πλήρους φορολογικού ελέγχου μπορεί να διορθωθεί μεταγενέστερα μόνο εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΑΔΕ δεν μπορεί απλώς να επαναλάβει τον ίδιο έλεγχο χωρίς νόμιμη αιτία, αλλά μπορεί να επανέλθει όταν εμφανιστούν δεδομένα τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την αρχική διαδικασία.
Τι μπορεί να θεωρηθεί νέο στοιχείο
Νέα στοιχεία μπορεί να προκύψουν από διασταυρώσεις πληροφοριών, στοιχεία τρίτων, τραπεζικά δεδομένα, έρευνες άλλων ελεγκτικών υπηρεσιών, πληροφορίες από το εξωτερικό ή ευρήματα που αφορούν συναλλαγές, τιμολόγια και φορολογητέα ύλη που δεν ήταν γνωστά κατά τον προηγούμενο έλεγχο.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν τα συγκεκριμένα δεδομένα ήταν πράγματι άγνωστα και δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν από τη φορολογική διοίκηση όταν εκδόθηκε η αρχική πράξη. Δεν αρκεί, επομένως, μια διαφορετική ερμηνεία των ίδιων ακριβώς στοιχείων για να ανοίξει εκ νέου μια πλήρως ελεγμένη υπόθεση.
Η παραγραφή δεν είναι πάντοτε απλή υπόθεση
Ο γενικός κανόνας προβλέπει ότι η ΑΑΔΕ μπορεί να κοινοποιήσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μέσα σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις παράτασης. Εάν κατά το πέμπτο έτος περιέλθουν στην ΑΑΔΕ νέα στοιχεία για υπόθεση στην οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί πλήρης έλεγχος ή πληροφορίες από πηγή εκτός της φορολογικής διοίκησης, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά ένα ακόμη έτος και μόνο ως προς το ζήτημα που αφορούν οι νέες πληροφορίες.
Σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων προβλέπονται διαφορετικές ή μεγαλύτερες προθεσμίες. Γι’ αυτό δεν είναι ασφαλές μια επιχείρηση να θεωρεί ότι η υπόθεσή της έχει παραγραφεί χωρίς να προηγηθεί εξατομικευμένος έλεγχος των φορολογικών ετών, του είδους της παράβασης και των πράξεων που έχουν ήδη κοινοποιηθεί.
Τι πρέπει να κάνει η επιχείρηση
Μια επιχείρηση που έχει ελεγχθεί και έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις πρέπει να διατηρεί οργανωμένο ολόκληρο τον φάκελο της υπόθεσης: εντολή και έκθεση ελέγχου, προσωρινές και οριστικές πράξεις, αποδεικτικά κοινοποιήσεων, λογιστικά βιβλία, παραστατικά, τραπεζικές κινήσεις και κάθε έγγραφο που υποβλήθηκε στις ελεγκτικές αρχές.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις. Η απώλεια μιας προθεσμίας μπορεί να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα αντίδρασης της επιχείρησης.
Όταν κοινοποιείται σημείωμα διαπιστώσεων και προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου, ο φορολογούμενος έχει προθεσμία 20 ημερών για να καταθέσει εγγράφως τις απόψεις και τα αποδεικτικά του στοιχεία. Στη συνέχεια εκδίδεται η οριστική πράξη μαζί με την έκθεση ελέγχου.
Εάν η επιχείρηση αμφισβητεί την οριστική πράξη, κατά κανόνα πρέπει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση. Για κατοίκους εξωτερικού η προθεσμία είναι 60 ημέρες, ενώ οι σχετικές προθεσμίες αναστέλλονται από την 1η έως την 31η Αυγούστου.
Το πραγματικό συμπέρασμα
Η φράση «ο φορολογικός έλεγχος ολοκληρώθηκε» δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη φράση «η υπόθεση έκλεισε οριστικά».
Δεν σημαίνει ότι κάθε ελεγμένη επιχείρηση θα αντιμετωπίσει νέο καταλογισμό. Σημαίνει, όμως, ότι όταν έχουν καταγραφεί παραβάσεις ή υπάρχουν εκκρεμότητες, η επιχείρηση πρέπει να παρακολουθεί συστηματικά τον φορολογικό της φάκελο και τις κοινοποιήσεις της ΑΑΔΕ.
Η έγκαιρη ενημέρωση μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια τεκμηριωμένη αντίδραση και σε μια χαμένη προθεσμία.

