Υπάρχουν δύο Ελλάδες.
Η μία είναι αυτή που παρουσιάζεται στα κυβερνητικά βίντεο, στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις και στις φιέστες των υπουργών. Εκεί όπου το ΕΣΥ «ενισχύεται», τα νοσοκομεία «εκσυγχρονίζονται» και η δημόσια υγεία βρίσκεται, δήθεν, σε τροχιά αναβάθμισης.
Και υπάρχει η πραγματική Ελλάδα.
Η Ελλάδα που συναντά κανείς στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας.
Εκεί όπου η αλήθεια δεν κρύβεται πίσω από επικοινωνιακές καμπάνιες. Εκεί όπου οι αριθμοί ξεγυμνώνουν κάθε κυβερνητικό πανηγυρισμό.
Ένα νοσοκομείο που καλύπτει ολόκληρη την Εύβοια, μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας, τις δομές μεταναστών και προσφύγων, αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε καλοκαίρι, εξακολουθεί να λειτουργεί με οργανισμό του… 2012.
Δεκατέσσερα χρόνια μετά.
Σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Σαν να μην αυξήθηκε ποτέ ο πληθυσμός.
Σαν να μην άνοιξαν νέες δομές.
Σαν να μην πολλαπλασιάστηκαν τα περιστατικά.
Κάθε ημέρα, 250 έως 300 άνθρωποι περνούν από τα Επείγοντα.
Και απέναντί τους βρίσκονται τέσσερις ή πέντε νοσηλευτές.
Ένας ειδικευμένος γιατρός καλείται πολλές φορές να αντιμετωπίσει δεκάδες επείγοντα περιστατικά μόνος του.
Αυτό δεν είναι «ενίσχυση».
Είναι διαχείριση της κατάρρευσης.
Στις κλινικές η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαρδιωτική.
Πεντάκλινα μέσα σε τετράκλινα δωμάτια.
Διάδρομοι που μετατρέπονται σε χώρους νοσηλείας.
Νοσηλευτές που τρέχουν ασταμάτητα από ασθενή σε ασθενή γνωρίζοντας ότι, όσο κι αν προσπαθούν, είναι αδύνατον να προσφέρουν τη φροντίδα που απαιτείται όταν ένας άνθρωπος καλείται να εξυπηρετήσει δεκαπέντε ή είκοσι ασθενείς.
Και μετά έρχονται οι υπουργοί να μιλήσουν για «μεταρρύθμιση».
Ποια μεταρρύθμιση;
Στην Παθολογική 57 ασθενείς εξυπηρετούνται από τρεις ή τέσσερις νοσηλευτές και έναν παθολόγο.
Στη Χειρουργική 43 ασθενείς εξαρτώνται από δύο ή τρεις νοσηλευτές.
Στην Καρδιολογική το ίδιο προσωπικό καλύπτει κλινική και μονάδα.
Στη Μαιευτική υπηρετούν οκτώ μαίες αντί για δεκαεπτά.
Από τις έξι χειρουργικές αίθουσες λειτουργούν μόνο οι δύο.
Αυτή δεν είναι αναβάθμιση.
Είναι η θεσμοθέτηση της υποστελέχωσης.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εξακολουθεί να λειτουργεί η κλινική Covid, μια δομή άλλης εποχής, χωρίς μόνιμη ιατρική παρουσία, φιλοξενώντας ασθενείς διαφορετικών ειδικοτήτων.
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτό αποτελεί το ασφαλέστερο μοντέλο λειτουργίας;
Από το 2020 μέχρι σήμερα έχουν φύγει περισσότεροι από εκατό εργαζόμενοι.
Άλλοι συνταξιοδοτήθηκαν.
Άλλοι παραιτήθηκαν.
Οι προσλήψεις δεν καλύπτουν ούτε όσους αποχωρούν.
Κάθε αποχώρηση σημαίνει μεγαλύτερη πίεση σε όσους μένουν.
Και κάθε μέρα που περνά, το προσωπικό πληρώνει με εξάντληση αυτό που η Πολιτεία αρνείται να αντιμετωπίσει.
Οι εργαζόμενοι κρατούν ακόμη όρθιο το Νοσοκομείο Χαλκίδας.
Όχι το κράτος.
Όχι οι κυβερνητικές εξαγγελίες.
Όχι τα δελτία Τύπου.
Οι άνθρωποι που βρίσκονται κάθε βράδυ στις βάρδιες, που καλούνται να κάνουν τη δουλειά δύο και τριών συναδέλφων, που συνεχίζουν να υπηρετούν τους ασθενείς παρά την κόπωση και τις τεράστιες ελλείψεις.
Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει για αριθμούς προσλήψεων και για εκατομμύρια που εξαγγέλλονται.
Η πραγματικότητα όμως δεν μετριέται στα υπουργικά έδρανα.
Μετριέται στις ουρές των Επειγόντων.
Στα πέντε κρεβάτια μέσα σε δωμάτια που σχεδιάστηκαν για τέσσερα.
Στα χειρουργεία που δεν ανοίγουν γιατί δεν υπάρχει προσωπικό.
Στις βάρδιες που θυμίζουν κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Το Νοσοκομείο Χαλκίδας δεν χρειάζεται άλλα επικοινωνιακά συνθήματα.
Χρειάζεται νέο οργανισμό, μόνιμες προσλήψεις, πραγματική χρηματοδότηση και πολιτική βούληση.
Γιατί όταν ένα νοσοκομείο φτάνει να λειτουργεί στα όρια των αντοχών των ανθρώπων του, δεν αποτυγχάνουν οι εργαζόμενοι.
Αποτυγχάνει η πολιτεία.

