Από τις κραυγές των παραδοσιακών δημαγωγών στους καλοχτενισμένους ηγέτες του TikTok – Η λαϊκή οργή παραμένει, επειδή παραμένουν και οι αιτίες που τη γεννούν
Κάθε φορά που ένας λαϊκιστής ηγέτης χάνει μια εκλογική μάχη ή βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σκάνδαλο, ένα τμήμα της πολιτικής και δημοσιογραφικής ελίτ σπεύδει να ανακοινώσει το «τέλος του λαϊκισμού».
Και κάθε φορά διαψεύδεται.
Ο λαϊκισμός δεν βρίσκεται σε αποδρομή. Μεταλλάσσεται, προσαρμόζεται, αλλάζει πρόσωπα, δανείζεται στοιχεία από διαφορετικές ιδεολογίες και εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων. Δεν περιορίζεται πλέον στον θυμωμένο ηλικιωμένο ηγέτη που φωνάζει από ένα μπαλκόνι. Μπορεί να εμφανιστεί με κοστούμι τραπεζίτη, με πρόσωπο κατάλληλο για το Instagram ή ακόμη και με δήθεν τεχνοκρατική γλώσσα.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο ούτε της Δεξιάς ούτε της Αριστεράς.
Η πολιτική κραυγή του «Αρκετά»
Το πορτογαλικό κόμμα Chega, το όνομα του οποίου σημαίνει «Αρκετά», ίσως συνοψίζει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο τη δύναμη του σύγχρονου λαϊκισμού.
Ο πολίτης δεν χρειάζεται πλέον να διαβάσει ένα πολυσέλιδο πολιτικό πρόγραμμα. Αρκεί να αισθανθεί ότι κάποιος εκφράζει την αγανάκτησή του. Ότι φωνάζει απέναντι σε ένα σύστημα το οποίο θεωρεί διεφθαρμένο, αδιάφορο ή εχθρικό προς την καθημερινότητά του.
Το σύνθημα «φτάνει πια» μπορεί να αφορά τη μετανάστευση, την ακρίβεια, τη φορολογία, τη διαφθορά, την εγκληματικότητα, την πολιτική ορθότητα ή την εγκατάλειψη της περιφέρειας. Διαφορετικές αφετηρίες, αλλά κοινή πολιτική πρώτη ύλη: η δυσπιστία απέναντι σε όσους κυβερνούν.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλήθεια την οποία συχνά αποφεύγουν οι επικριτές του λαϊκισμού: η αγανάκτηση δεν γεννιέται από το πουθενά.
Γεννιέται όταν οι πολίτες βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται, τις δημόσιες υπηρεσίες να διαλύονται, τα σκάνδαλα να περνούν χωρίς συνέπειες και τους κυβερνώντες να τους παρουσιάζουν μια πραγματικότητα που δεν αναγνωρίζουν.
Οι νέοι λαϊκιστές δεν μοιάζουν με τους παλιούς
Η νέα γενιά πολιτικών έχει αντιληφθεί ότι η οργή δεν χρειάζεται πλέον να εμφανίζεται με σφιγμένη γροθιά. Μπορεί να σερβίρεται με χαμόγελο, σύγχρονο ντύσιμο και σύντομα βίντεο στο TikTok.
Ο Ζορντάν Μπαρντελά στη Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Νέος, επικοινωνιακός και προσεκτικά «αποστειρωμένος» από τη βαριά εικόνα της παραδοσιακής Ακροδεξιάς, προβάλλει μια σκληρή πολιτική ατζέντα με καθησυχαστικό ύφος.
Παρόμοιες αντιφάσεις συναντώνται και αλλού. Η Άλις Βάιντελ του γερμανικού AfD διαθέτει διεθνή επαγγελματική εμπειρία και προσωπικό προφίλ που δεν ταιριάζει στα συνηθισμένα στερεότυπα του εθνικιστικού χώρου. Στη Βρετανία, πολιτικοί με μεταναστευτική καταγωγή υιοθετούν σκληρές θέσεις για τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα.
Ο νέος λαϊκισμός δεν απορρίπτει απαραίτητα τη διαφορετικότητα. Την ενσωματώνει, όταν αυτή εξυπηρετεί την προσπάθειά του να διευρύνει το ακροατήριό του.

Ο υβριδικός λαϊκισμός
Η Τζόρτζια Μελόνι επιχείρησε να μεταφέρει ένα κόμμα με βαριές ιστορικές αποσκευές προς τον χώρο της θεσμικής συντηρητικής διακυβέρνησης. Ο Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή συνδύασε την αντισυστημική οργή με ένα ακραία φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα, καταγγέλλοντας τους παραδοσιακούς πολιτικούς ως μέρος μιας παρασιτικής κάστας.
Έτσι δημιουργείται ένας νέος πολιτικός υβριδισμός. Λαϊκιστική επικοινωνία, φιλελεύθερη οικονομία, συντηρητική κοινωνική ατζέντα και επιλεκτική σύγκρουση με το κράτος.
Δεν υπάρχει πλέον ένας μοναδικός τύπος λαϊκιστή. Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε κοινωνίας.
Και η Αριστερά επιστρέφει στον λαϊκισμό
Όσοι αντιμετωπίζουν τον λαϊκισμό αποκλειστικά ως ακροδεξιό φαινόμενο αγνοούν τη μισή εικόνα.
Η Αριστερά επαναφέρει στο προσκήνιο το κόστος ζωής, την κοινωνική ανισότητα, την αδυναμία πρόσβασης σε στέγη και την υπερβολική οικονομική ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων. Παράλληλα, προσθέτει ζητήματα ταυτότητας και διεθνείς υποθέσεις, όπως η στήριξη της Παλαιστίνης.
Οι δύο μορφές λαϊκισμού χρησιμοποιούν διαφορετικούς «εχθρούς». Η Δεξιά καταγγέλλει τις παγκοσμιοποιημένες ελίτ, τη μετανάστευση και την πολιτική ορθότητα. Η Αριστερά στοχοποιεί τους πλούσιους, τις πολυεθνικές, τις τράπεζες και το οικονομικό κατεστημένο.
Η τεχνική, όμως, συχνά παραμένει ίδια: ένας ενάρετος λαός απέναντι σε μια διεφθαρμένη μειοψηφία.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά τη συνταγή
Στην Ελλάδα ο λαϊκισμός δεν είναι καινούργια ιστορία. Έχει χρησιμοποιηθεί από κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις και κόμματα κάθε πολιτικής απόχρωσης.
Είναι λαϊκισμός να υπόσχεσαι τα πάντα χωρίς να εξηγείς ποιος θα πληρώσει. Είναι, όμως, εξίσου παραπλανητικό να βαφτίζεις «λαϊκισμό» κάθε κοινωνική διαμαρτυρία, κάθε αποκάλυψη σκανδάλου και κάθε απαίτηση λογοδοσίας.
Όταν ένας εργαζόμενος δεν βγάζει τον μήνα, ένας συνταξιούχος δυσκολεύεται να αγοράσει τα φάρμακά του και ένας νέος δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι, η οργή τους δεν αποτελεί θεωρητική παρεκτροπή. Είναι πραγματικότητα.
Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να εξαφανίσει αυτή την πραγματικότητα κολλώντας την ετικέτα του «λαϊκιστή» σε όποιον τη φωνάζει.
Η κακιστοκρατία και η ευθύνη των ελίτ
Ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Χανάνια χρησιμοποιεί τον ελληνικό όρο «κακιστοκρατία» για να περιγράψει τη διακυβέρνηση των χειρότερων. Υποστηρίζει ότι ο λαϊκισμός καταλήγει συχνά σε κακή διοίκηση, θεσμική υποχώρηση και διαφθορά.
Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Όταν η πολιτική στηρίζεται αποκλειστικά στο συναίσθημα, στον θυμό και στην προσωπολατρία, οι θεσμοί μετατρέπονται εύκολα σε εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί.
Αλλά η κακιστοκρατία δεν γεννιέται μόνο από τον λαϊκισμό. Μπορεί να φορέσει και το κοστούμι του «ορθολογισμού», να μιλήσει τη γλώσσα των μεταρρυθμίσεων και να κυβερνήσει μέσα από κλειστά συστήματα εξουσίας, πελατειακές σχέσεις και ατιμωρησία.
Ο λαϊκισμός, λοιπόν, δεν θα τελειώσει επειδή το επιθυμούν οι αναλυτές. Θα υποχωρήσει μόνο όταν οι πολίτες αισθανθούν ότι η Δημοκρατία τούς ακούει, οι θεσμοί λειτουργούν και η δικαιοσύνη δεν εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Μέχρι τότε, το «Αρκετά» θα αλλάζει πρόσωπα, συνθήματα και πολιτικές σημαίες. Αλλά θα παραμένει εδώ.

