Γιατί οι μεγάλες κινητοποιήσεις από τα Μνημόνια έως τα Τέμπη δεν έγιναν δύναμη μόνιμης αλλαγής – Η κρίσιμη κοινωνική μάζα, η εθνοκοινωνική συμμαχία και το μάθημα της «Σπίθας»
Το «3,5%» στο οποίο αναφέρεται ο Ρούντι Ρινάλντι δεν είναι ένα ακόμη εκλογικό ποσοστό ούτε μια πρόβλεψη για κάποιο νέο κόμμα. Είναι μια πρόταση κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης, βασισμένη στην εκτίμηση ότι μια κρίσιμη μάζα ενεργών πολιτών μπορεί να μεταβάλει βαθιά τους συσχετισμούς και την πορεία μιας χώρας.
Σύμφωνα με τα εμπειρικά δεδομένα στα οποία παραπέμπει, κινήματα που κατάφεραν να κινητοποιήσουν ενεργά τουλάχιστον το 3,5% του πληθυσμού απέκτησαν σοβαρές πιθανότητες να πετύχουν τους στόχους τους ή να αποτρέψουν ιδιαίτερα δυσμενείς εξελίξεις.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, δεν είναι μόνο ο αριθμός. Είναι η ποιότητα, η διάρκεια και η κοινωνική σύνθεση αυτής της δύναμης.
Δεν πρόκειται για ένα άθροισμα δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, αλλά για ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της κοινωνίας, με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, επαγγελμάτων και κοινωνικών κατηγοριών, οι οποίοι συνδέονται γύρω από κοινούς στόχους και αποκτούν χαρακτηριστικά οργανωμένου κινήματος.
Η Ελλάδα κινητοποιήθηκε, αλλά δεν συγκρότησε συλλογικό υποκείμενο
Από το 2010 και την είσοδο της χώρας στη μνημονιακή περίοδο μέχρι τις μεγάλες κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους. Σε ορισμένες κορυφαίες στιγμές, η κοινωνική συμμετοχή πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Παρά την ένταση της κοινωνικής οργής, δεν δημιουργήθηκε ένα μόνιμο και συγκροτημένο συλλογικό «Εμείς». Δεν γεννήθηκε, δηλαδή, ένα κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο ικανό να θέσει συνολικά το ζήτημα της χώρας, του παραγωγικού της μοντέλου, της δημοκρατίας, της εθνικής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Οι κορυφαίες στιγμές διαμαρτυρίας δεν αρκούν από μόνες τους. Η εξουσία διαθέτει μηχανισμούς καταστολής, ενσωμάτωσης, διάσπασης και εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Μπορεί να περιμένει μέχρι να υποχωρήσει η οργή, να μεταφέρει τη συζήτηση στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να μετατρέψει ένα κοινωνικό αίτημα σε κομματικό ποσοστό.
Εδώ βρίσκεται, κατά τον Ρινάλντι, μία από τις βασικές παγίδες της περιόδου 2010–2026: η κοινωνική κινητοποίηση οδηγούνταν ξανά και ξανά στην εκλογική ανάθεση. Η προσδοκία ότι ένα κόμμα ή μια κυβέρνηση θα «τα αλλάξει όλα» υποκαθιστούσε τη μακρόχρονη προσπάθεια οικοδόμησης ενός πραγματικού κινήματος.
Η αλλαγή κυβέρνησης δεν αρκεί
Η βασική θέση της παρέμβασης είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία. Χρειάζεται ανασυγκρότηση της συλλογικής της ικανότητας.
Μια κοινωνία πρέπει να μπορέσει να πιστέψει ξανά ότι έχει κοινό μέλλον, ότι μπορεί να συνεργαστεί, να παράγει σχέδιο και να δημιουργήσει θεσμούς που θα υπηρετούν αυτό το σχέδιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το «3,5%» αποκτά πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο. Αντιπροσωπεύει την κρίσιμη κοινωνική μάζα που μπορεί να λειτουργήσει ως πυρήνας μιας ευρύτερης αλλαγής, επηρεάζοντας τις προσδοκίες και τη στάση ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο στρατηγικός ορίζοντας που περιγράφεται είναι η ανασυγκρότηση της Ελλάδας ως μιας σύγχρονης, δημοκρατικής και δημιουργικής εθνικής κοινωνίας: μιας κυρίαρχης χώρας με ιστορική συνέχεια, κοινωνική συνοχή και συλλογική προοπτική, όχι ενός απλού «οικοπέδου» ή γεωπολιτικού κόμβου που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις τρίτων.
Εθνική συνέχεια, κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία
Η προτεινόμενη κατεύθυνση στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορά το εθνικό στοιχείο: την Ελλάδα ως ιστορική κοινότητα με γλώσσα, μνήμη, πολιτισμό, γεωπολιτική παρουσία και συγκεκριμένα στρατηγικά συμφέροντα.
Ο δεύτερος αφορά το κοινωνικό περιεχόμενο: πολίτες και όχι υπηκόους, σεβασμό στην εργασία, κοινωνική δικαιοσύνη, συμμετοχή και στήριξη των δεσμών αλληλεγγύης.
Ο τρίτος αφορά την Πολιτεία και το κράτος, τα οποία πρέπει να αποκτήσουν στρατηγική βούληση, θεσμική ικανότητα και κοινωνική νομιμοποίηση.
Η σύνδεση αυτών των τριών στοιχείων συγκροτεί την έννοια της «εθνοκοινωνικής συμμαχίας»: τη συνάντηση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συμφωνούν ότι η χώρα χρειάζεται συνολική αλλαγή πορείας.
Η χαμένη εμπιστοσύνη και το κοινωνικό κεφάλαιο
Για να υπάρξει ένα τέτοιο κίνημα, δεν αρκούν οι συγκεντρώσεις και τα συνθήματα. Χρειάζονται δίκτυα εμπιστοσύνης, συνεργασία, κοινή γνώση του προβλήματος και σταθερές μορφές συμμετοχής.
Αυτό είναι το λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο»: όχι χρήματα ή υλικοί πόροι, αλλά η ικανότητα μιας κοινωνίας να συνεργάζεται, να αναλαμβάνει κοινές δράσεις και να δημιουργεί αποτελεσματικούς θεσμούς.
Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από έντονη καχυποψία, απογοήτευση από προηγούμενες συλλογικές προσπάθειες, οργανωτική κόπωση, πελατειακές σχέσεις και βαθιά δυσπιστία απέναντι στην προοπτική μιας ουσιαστικής αλλαγής.
Γι’ αυτό και η πορεία δεν μπορεί να είναι εύκολη ούτε γρήγορη. Δεν υπάρχει πολιτικό «θαύμα» που θα συμβεί στην επόμενη κάλπη. Απαιτείται συστηματική δουλειά μέσα στην κοινωνία, με τοπικές δράσεις, εκδηλώσεις, εκπαίδευση, πολιτιστικές και παραγωγικές πρωτοβουλίες, κοινωνικές παρεμβάσεις και δημοκρατικές διαδικασίες.
Το μάθημα της «Σπίθας»
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η «Σπίθα», το κίνημα που δημιούργησε ο Μίκης Θεοδωράκης το 2010.
Η «Σπίθα» κινητοποίησε ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους, δημιούργησε εκατοντάδες τοπικές επιτροπές και επιχείρησε να συνδέσει τον κοινωνικό με τον πατριωτικό λόγο.
Δεν κατάφερε, όμως, να εξελιχθεί σε σταθερό πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα. Παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό μια συσπείρωση διαμαρτυρίας κατά των Μνημονίων, χωρίς να αποκτήσει επαρκώς επεξεργασμένο κοινό σχέδιο, σταθερούς μηχανισμούς συντονισμού και διαδικασίες παραγωγής νέας ηγεσίας.
Το τεράστιο κύρος του Μίκη Θεοδωράκη αποτέλεσε δύναμη, αλλά δημιούργησε ταυτόχρονα μεγάλη εξάρτηση από την προσωπικότητά του. Παράλληλα, η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ μετέφερε μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας από το πεδίο του κινήματος στην προσδοκία μιας κυβερνητικής αλλαγής.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η κοινή αντίθεση σε ένα καθεστώς, μια κυβέρνηση, ένα σκάνδαλο ή μια εθνική τραγωδία μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη κινητοποίηση, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της διάρκεια.
Χρειάζονται θετικό όραμα, δημοκρατικές διαδικασίες, οργανωτικές δομές που δεν εξαρτώνται από ένα πρόσωπο και μια κουλτούρα συνεργασίας που θα αντέχει στις πολιτικές μεταβολές.
Όχι άλλο ένα κόμμα με την ταμπέλα του «κινήματος»
Η πρόταση του «3,5%» θέτει τελικά ένα σκληρό ερώτημα: μπορεί η κοινωνική δυσαρέσκεια να μετατραπεί σε συλλογική δύναμη ή θα συνεχίσει να ανακυκλώνεται σε κομματικά εγχειρήματα, εκλογικές αυταπάτες και προσωποκεντρικές φιλοδοξίες;
Δεν αρκεί ένα κόμμα να ονομαστεί «κίνημα». Δεν αρκεί να εμφανιστεί ένας νέος αρχηγός, να υιοθετηθούν τα εργαλεία του πολιτικού μάρκετινγκ και να ξεκινήσει ακόμη μία εκστρατεία για την επόμενη κάλπη.
Το πραγματικό στοίχημα είναι πολύ βαθύτερο: να δημιουργηθεί ένα ενεργό, συνειδητοποιημένο και οργανωμένο τμήμα της κοινωνίας που θα μπορεί να παράγει σχέδιο, εμπιστοσύνη, θεσμούς και νέες ηγεσίες.
Ένα 3,5% που δεν θα ζητά απλώς να ψηφιστεί, αλλά θα αποτελεί τον πυρήνα μιας νέας συλλογικής ικανότητας. Γιατί χωρίς στρατηγικό βάθος, κοινωνικές ρίζες και διάρκεια, ακόμη και η μεγαλύτερη έκρηξη οργής είναι καταδικασμένη να σβήσει — αφήνοντας το ίδιο σύστημα να συνεχίζει, με τα ίδια πρόσωπα ή με διαφορετικές ταμπέλες.

