Στην Ισπανία το ντίζελ κινείται γύρω από τα 1,68 ευρώ, ενώ στην Ιταλία ξεπερνά τα 2,10 ευρώ – Δύο κυβερνήσεις, δύο διαφορετικές πολιτικές απέναντι στην ενεργειακή κρίση
Οι τιμές στην αντλία δεν λένε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια. Αποκαλύπτουν, όμως, πολλά για τις επιλογές μιας κυβέρνησης.
Στα τελευταία συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία, με ημερομηνία 20 Ιουλίου 2026, η μέση τιμή του ντίζελ στην Ισπανία διαμορφωνόταν περίπου στα 1,68 ευρώ το λίτρο, ενώ στην Ιταλία έφθανε τα 2,12 ευρώ. Στις 28 Ιουλίου, πριν αποτυπωθεί πλήρως η νέα προσωρινή μείωση των φόρων, το ιταλικό ντίζελ αυτοεξυπηρέτησης είχε ανέβει στα 2,185 ευρώ το λίτρο. Ευρωπαϊκό Δελτίο Τιμών Καυσίμων, ANSA
Η διαφορά δεν είναι αμελητέα. Για ένα γέμισμα 50 λίτρων μεταφράζεται σε επιβάρυνση άνω των 20 ευρώ για τον Ιταλό οδηγό.
Και ασφαλώς δεν πρόκειται μόνο για γεωγραφία, συγκυρία ή τύχη. Πίσω από την τιμή υπάρχουν φόροι, ενεργειακό μείγμα, δημοσιονομικά περιθώρια και –κυρίως– πολιτικές αποφάσεις.
Ο Σάντσεθ κινήθηκε πριν μονιμοποιηθεί η κρίση
Μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν και την εκτίναξη των διεθνών ενεργειακών τιμών, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ προχώρησε σε δραστική, έστω προσωρινή, μείωση της φορολογίας.
Από τις 22 Μαρτίου ο ΦΠΑ στα καύσιμα μειώθηκε από το 21% στο 10%, ενώ περιορίστηκαν και οι ειδικοί φόροι. Η απόφαση εντάχθηκε σε ευρύτερο πακέτο προστασίας νοικοκυριών, επιχειρήσεων και επαγγελματιών από την ενεργειακή αναταραχή. Δεν ήταν σύνθημα ούτε βίντεο μπροστά σε αντλία. Αποτυπώθηκε σε κυβερνητική απόφαση και δημοσιεύθηκε στην ισπανική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. BOE – Βασιλικό Νομοθετικό Διάταγμα 7/2026
Η Ισπανία διαθέτει παραδοσιακά χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση στο ντίζελ από την Ιταλία. Όταν, επομένως, προστέθηκαν οι νέες μειώσεις στον ΦΠΑ και στους ειδικούς φόρους, η απόσταση μεταξύ των δύο χωρών μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.
Ο Σάντσεθ δεν εξαφάνισε την κρίση. Κανένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να καθορίσει μόνος του την τιμή του πετρελαίου. Μπορεί, όμως, να αποφασίσει πόσο από το διεθνές σοκ θα μεταφερθεί απευθείας στον πολίτη.
Και εκεί κρίνεται η πολιτική.
Η ενεργειακή θωράκιση δεν κατασκευάζεται μέσα σε μία νύχτα
Η Ισπανία δεν περίμενε τον πόλεμο για να ανακαλύψει την ενεργειακή της ευπάθεια. Επένδυσε συστηματικά στην ηλιακή, την αιολική και την υδροηλεκτρική παραγωγή.
Το 2025 περίπου το 57% της ισπανικής ηλεκτροπαραγωγής προήλθε από ανανεώσιμες πηγές. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά οι ανανεώσιμες πηγές ξεπέρασαν το 50% του ενεργειακού μείγματος. Redeia – στοιχεία 2025
Στην Ιταλία οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν περίπου το 41% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας το 2025. Πρόκειται επίσης για σημαντικό ποσοστό, αλλά χαμηλότερο από εκείνο της Ισπανίας και ανεπαρκές για να περιορίσει την έντονη έκθεση της χώρας στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου. Terna – ενεργειακό ισοζύγιο 2025
Οι ανανεώσιμες πηγές δεν μειώνουν αυτομάτως την τιμή του ντίζελ. Περιορίζουν, όμως, την εξάρτηση μιας οικονομίας από τα εισαγόμενα καύσιμα, σταθεροποιούν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και δημιουργούν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόληψη και στην πυρόσβεση.
Η Μελόνι τρέχει ξανά πίσω από τις αυξήσεις
Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αποφάσισε νέα μείωση 17 λεπτών στο ντίζελ. Από αυτά, τα 14 λεπτά αφορούν τον ειδικό φόρο και περίπου τρία λεπτά την αντίστοιχη μείωση του ΦΠΑ.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διάρκεια: το μέτρο ισχύει μόνο μέχρι τις 6 Αυγούστου. Κοστίζει περίπου 125 εκατομμύρια ευρώ και, ακόμη και μετά την εφαρμογή του, δεν είναι βέβαιο ότι θα κατεβάσει τη μέση τιμή κάτω από τα δύο ευρώ.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ενεργειακή στρατηγική. Είναι ένα ακόμη προσωρινό επίδομα στην αντλία. Μια γέφυρα λίγων ημερών, μέχρι να αποφασιστεί το επόμενο πρόχειρο μέτρο.
Η Μελόνι εμφανίζει τη μείωση ως «έγκαιρη και υπεύθυνη απάντηση». Στην πραγματικότητα, όμως, η ιταλική κυβέρνηση παρεμβαίνει αφού οι τιμές έχουν ήδη ξεφύγει και αφού η προηγούμενη φορολογική ελάφρυνση έληξε, αφήνοντας το ντίζελ να αυξηθεί ξανά.
Πολιτική δεν είναι να κυνηγάς την τιμή – Είναι να περιορίζεις την εξάρτηση
Ο Πέδρο Σάντσεθ δεν είναι υπεράνω κριτικής. Η ισπανική οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα, οι φορολογικές μειώσεις έχουν δημοσιονομικό κόστος και κανένα προσωρινό μέτρο δεν αποτελεί μόνιμη λύση.
Ωστόσο, η κυβέρνησή του δείχνει ότι αντιλαμβάνεται την ενέργεια ως ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας και κοινωνικής προστασίας. Συνδύασε την άμεση φορολογική παρέμβαση με μια μακροχρόνια κατεύθυνση προς τις ανανεώσιμες πηγές και τη μικρότερη ενεργειακή εξάρτηση.
Αντίθετα, η κυβέρνηση Μελόνι εξακολουθεί να κυνηγά τις αυξήσεις αφού αυτές φθάσουν στην αντλία. Λίγες ημέρες έκπτωση, μερικά εκατομμύρια από τον κρατικό προϋπολογισμό και μετά ξανά αναμονή μέχρι την επόμενη έκρηξη.
Η διαφορά είναι καθαρή: ο Σάντσεθ επιχειρεί να αποτρέψει την έκτακτη ανάγκη. Η Μελόνι επιχειρεί να διαχειριστεί την πολιτική ζημιά που προκαλεί η έκτακτη ανάγκη.
Και όταν η διαφορά ανάμεσα στις δύο πολιτικές αποτυπώνεται σε περισσότερα από 40 λεπτά ανά λίτρο, δεν χρειάζονται πολλές αναλύσεις. Αρκεί μία απόδειξη στο πρατήριο καυσίμων.
Το άρθρο βασίζεται σε δημόσια παρέμβαση του Ιταλού συγγραφέα και δημοσιογράφου Lorenzo Tosa, την οποία ανέδειξε ο αρχιτέκτονας Nikos Papiggis.

