Η πολιτική κριτική είναι θεμιτή. Η προσβολή του πένθους, τα ατεκμηρίωτα υπονοούμενα και οι προσωπικές επιθέσεις δεν είναι ούτε δημοσιογραφία ούτε σάτιρα.
Το παραπάνω κείμενο φέρει την υπογραφή του Νίκου Μαστοράκη. Για τον δημόσιο ρόλο του το 1973 υπάρχουν ιστορικές καταγραφές και τεκμήρια, βάσει των οποίων ο καθένας μπορεί να σχηματίσει την κρίση του. Εμείς, όμως, δεν θα καταφύγουμε σε προσωπικές ύβρεις. Θα κρίνουμε το σημερινό γραπτό του.
Η Μαρία Καρυστιανού, όπως κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στην πολιτική, δικαιούται και οφείλει να δέχεται αυστηρή κριτική. Για τις θέσεις της, τις επιλογές της, τους συνεργάτες της, τις αντιφάσεις και την πολιτική της διαδρομή. Αυτή είναι η δουλειά της δημοσιογραφίας.
Το συγκεκριμένο κείμενο, όμως, δεν ασκεί πολιτική κριτική. Χλευάζει την εμφάνιση δύο γυναικών, αποδίδει χωρίς τεκμηρίωση οικονομικά κίνητρα, αφήνει αιχμές για χρήματα συναυλίας και, κυρίως, μετατρέπει τον πόνο μιας μητέρας σε υλικό προσωπικής διαπόμπευσης.
Οι χυδαίες εκφράσεις του τέλους δεν προσθέτουν τίποτε στον δημόσιο διάλογο. Δεν αποτελούν πολιτικό επιχείρημα, ούτε δημοσιογραφική ανάλυση. Αποκαλύπτουν απλώς το ύφος και το επίπεδο που επέλεξε ο συντάκτης.
Αν ο Νίκος Μαστοράκης διαθέτει στοιχεία για οικονομικά ζητήματα, οφείλει να τα παρουσιάσει. Αν έχει πολιτικές διαφωνίες, μπορεί να τις διατυπώσει με επιχειρήματα. Αν θέλει να ασκήσει κριτική στη λειτουργία ενός κόμματος, ας το κάνει με γεγονότα, ονόματα και αποδείξεις. Τα υπονοούμενα δεν είναι ρεπορτάζ και η προσβολή δεν είναι σάτιρα.
Δεν θα απαντήσουμε με την ίδια γλώσσα. Δεν χρειάζεται. Η δημοσιογραφία κρίνεται από την ακρίβεια, την ευθύνη και την αξιοπρέπειά της — όχι από το πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει κάποιος για λίγη δημοσιότητα.
Το πένθος δεν είναι πολιτικό επιχείρημα. Και η χυδαιότητα, όσο κι αν σερβίρεται ως «πιάτο ημέρας», παραμένει χυδαιότητα.

