Η φορολογική αρχή οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως και να ενημερώσει τράπεζες και δημόσιους φορείς – Η απόφαση δεν σημαίνει ότι αίρεται αυτομάτως κάθε κατάσχεση για χρέη προς το Δημόσιο
Η Εφορία δεν μπορεί να διατηρεί επ’ αόριστον έκτακτα διασφαλιστικά μέτρα σε βάρος φορολογουμένου, όταν έχει συμπληρωθεί το χρονικό όριο που προβλέπει το εφαρμοζόμενο κανονιστικό πλαίσιο.
Με την απόφαση 553/2026, το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι, μετά την πάροδο πέντε ετών από την έκδοση της σχετικής καταλογιστικής πράξης, τα συγκεκριμένα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά και αυτοδικαίως.
Στα μέτρα αυτά περιλαμβανόταν η δέσμευση του 50% των τραπεζικών καταθέσεων, των κάθε είδους λογαριασμών και παρακαταθηκών, καθώς και του περιεχομένου θυρίδων.
Η φορολογική αρχή δεν έχει απλώς τη δυνατότητα να προχωρήσει στην άρση. Έχει υποχρέωση να το κάνει, χωρίς να περιμένει αίτηση ή άλλη ενέργεια του πολίτη.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για φορολογουμένους και πρόσωπα που είχαν διοικητική ή διαχειριστική ευθύνη σε εταιρείες και εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με παλαιά μέτρα διασφάλισης.
Χρειάζεται, όμως, μία απολύτως κρίσιμη διευκρίνιση: η πενταετία δεν αποτελεί γενικό κανόνα αυτόματης αποδέσμευσης κάθε τραπεζικού λογαριασμού που έχει κατασχεθεί για οφειλές προς το Δημόσιο.
Δεν πρόκειται για κάθε τραπεζική κατάσχεση
Η κρίση του ΣτΕ αφορά ειδικά τα προληπτικά ή διασφαλιστικά μέτρα που είχαν επιβληθεί με βάση το άρθρο 46 του τότε Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το αντίστοιχο αντικείμενο ρυθμίζεται σήμερα στο άρθρο 45 του ν. 5104/2024.
Τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονταν σε σοβαρές περιπτώσεις φορολογικών παραβάσεων, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα του Δημοσίου πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας είσπραξης.
Δεν ταυτίζονται με την κοινή κατάσχεση εις χείρας τρίτου που μπορεί να επιβληθεί σε τραπεζικό λογαριασμό για ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Επομένως, όποιος διαπιστώνει ότι ο λογαριασμός του είναι δεσμευμένος δεν μπορεί να συμπεράνει μόνο από την πάροδο πέντε ετών ότι η τράπεζα οφείλει αυτομάτως να τον αποδεσμεύσει.
Πρέπει πρώτα να εξακριβωθούν το είδος του μέτρου, η πράξη με την οποία επιβλήθηκε, η νομική του βάση και η ημερομηνία έκδοσης της καταλογιστικής πράξης.
Η απόφαση δεν διαγράφει τη φορολογική οφειλή, δεν ακυρώνει τον καταλογισμό και δεν στερεί από το Δημόσιο τη δυνατότητα να επιδιώξει την είσπραξη με τα νόμιμα μέσα.
Αίρει το συγκεκριμένο έκτακτο μέτρο όταν έχει εξαντληθεί η νόμιμη διάρκεια διατήρησής του.
Η ΔΟΥ οφείλει να κινηθεί χωρίς αίτηση
Το σημαντικότερο σημείο της απόφασης βρίσκεται στην ευθύνη της ίδιας της Διοίκησης.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η αρμόδια φορολογική αρχή οφείλει να προχωρήσει στην άρση αυτεπαγγέλτως. Δεν μπορεί να αφήνει το μέτρο ενεργό επειδή ο φορολογούμενος δεν υπέβαλε αίτηση, δεν απέστειλε εξώδικο ή δεν κίνησε νέα διοικητική διαδικασία.
Η υποχρέωση δεν ολοκληρώνεται με μία εσωτερική σημείωση στον φορολογικό φάκελο.
Η αρχή που εξέδωσε την πράξη διασφάλισης πρέπει να ενημερώσει άμεσα τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, ώστε να ενημερωθούν τα πιστωτικά ιδρύματα και να σταματήσει στην πράξη η εφαρμογή της δέσμευσης.
Με απλά λόγια, η αυτοδίκαιη άρση δεν πρέπει να μένει μόνο στα χαρτιά.
Πρέπει να φτάνει μέχρι την τράπεζα και να αποτυπώνεται πραγματικά στον λογαριασμό του πολίτη.
Η υπόθεση που έφτασε στο ΣτΕ
Στην υπόθεση που εξετάστηκε, είχαν επιβληθεί το 2016 μέτρα διασφάλισης σε εκπρόσωπο εταιρείας, στο πλαίσιο καταλογισμού τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ χαρτοσήμου.
Οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις εκδόθηκαν επίσης το 2016. Κατά συνέπεια, η πενταετία είχε συμπληρωθεί μέσα στο 2021.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι από εκείνο το χρονικό σημείο η αρμόδια φορολογική αρχή όφειλε να άρει τα μέτρα χωρίς να απαιτείται αίτηση της ενδιαφερόμενης. Διαπίστωσε, μάλιστα, ότι τα μέτρα είχαν αρθεί αυτοδικαίως λόγω της παρέλευσης του προβλεπόμενου χρόνου.
Η δικαστική διαδικασία, πάντως, δεν ολοκληρώθηκε με την απόφαση 553/2026.
Το ΣτΕ ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και όρισε νέα δικάσιμο για τις 23 Σεπτεμβρίου 2026, προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να εκδώσει έως τότε την απαιτούμενη πράξη άρσης.
Στη νέα δικάσιμο θα κριθεί εάν εξακολουθεί να έχει πρακτικό αντικείμενο η εξέταση της αίτησης αναίρεσης.
Πότε η άρση είναι υποχρεωτική
Με βάση το σκεπτικό της απόφασης και το κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, λόγος υποχρεωτικής άρσης συντρέχει, μεταξύ άλλων:
- Όταν οριστική δικαστική απόφαση ακυρώνει για λόγους ουσίας την πράξη καταλογισμού.
- Όταν παρέλθουν πέντε χρόνια από την έκδοση της σχετικής καταλογιστικής πράξης.
- Για παλαιότερα μέτρα που είχαν ληφθεί με το προϊσχύσαν άρθρο 14 του ν. 2523/1997, όταν συμπληρωθεί η ειδική πενταετία που προσδιόριζαν οι μεταβατικές ρυθμίσεις, με την επιφύλαξη του χρόνου κατά τον οποίο οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Κάθε υπόθεση, συνεπώς, χρειάζεται έλεγχο των πραγματικών εγγράφων και των ημερομηνιών της.
Η κρίσιμη αφετηρία δεν είναι κατ’ ανάγκην η ημέρα κατά την οποία ο πολίτης αντιλήφθηκε ότι ο λογαριασμός του είχε μπλοκαριστεί, αλλά η ημερομηνία της οικείας καταλογιστικής πράξης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο εφαρμοζόμενο πλαίσιο.
Το Δημόσιο δεν μπορεί να μεταφέρει το βάρος στον πολίτη
Η θεσμική σημασία της απόφασης είναι ευρύτερη από μία μεμονωμένη φορολογική διαφορά.
Όταν ο νόμος ορίζει ότι ένα επείγον και εξαιρετικά περιοριστικό μέτρο έχει συγκεκριμένη διάρκεια, η Διοίκηση δεν μπορεί να το παρατείνει στην πράξη με αδράνεια.
Ούτε μπορεί να απαιτεί από τον πολίτη να ξεκινήσει έναν νέο κύκλο αιτήσεων και προσφυγών για να εφαρμοστεί κάτι που έχει ήδη επέλθει αυτοδικαίως.
Η άρση είναι υποχρέωση της φορολογικής αρχής.
Η πραγματική αποδέσμευση, όμως, προϋποθέτει ότι η απόφαση θα φύγει από τον υπηρεσιακό φάκελο και θα φτάσει εγκαίρως σε κάθε υπηρεσία και τράπεζα που εξακολουθεί να εφαρμόζει το μέτρο.
Αυτό είναι πλέον το κρίσιμο τεστ συμμόρφωσης για τη Φορολογική Διοίκηση.

