Η Δικαιοσύνη υπό Επιτροπεία;
Η πρόσφατη επιλογή του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη να παρακάμψει για τρίτη φορά τον αρεοπαγίτη Παναγιώτη Βενιζελέα από την ηγεσία του Αρείου Πάγου, παρά την καθαρή και εντυπωσιακή πλειοψηφία (53 ψήφοι) που έλαβε από την Ολομέλεια, αναδεικνύει μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της σχέσης μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας στην Ελλάδα: την εργαλειοποίηση των θεσμικών διαδικασιών για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Τυπική νομιμότητα χωρίς θεσμική νομιμοποίηση
Η θεσμοθέτηση της ψηφοφορίας από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε παρουσιαστεί από την κυβέρνηση ως προοδευτική τομή στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, η γνωμοδότηση των δικαστών παραμένει μη δεσμευτική, με την τελική επιλογή να ανήκει στον υπουργό Δικαιοσύνης και το Υπουργικό Συμβούλιο.
Η τρίτη διαδοχική παράκαμψη του Βενιζελέα εγείρει εύλογα ερωτήματα: Ποιο είναι το νόημα της θεσμικής ψήφου όταν αγνοείται επιδεικτικά; Πώς μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η επαναλαμβανόμενη απόρριψη, όταν συνοδεύεται από μια τόσο σαφή επιδοκιμασία του δικαστικού σώματος;
Η πολιτική του “μη πειθαρχούντος” δικαστή
Ο Παναγιώτης Βενιζελέας ήταν εκ των δικαστών που μειοψήφησαν σε ιστορική απόφαση υπέρ των funds και των τραπεζών, υπερασπιζόμενος, σύμφωνα με πληροφορίες, τα δικαιώματα των δανειοληπτών. Η σταθερή του στάση φαίνεται να του κοστίζει επαγγελματικά, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η μη συμμόρφωση προς την κυβερνητική γραμμή επισύρει τιμωρία.
Η εικόνα αυτή όχι μόνο πλήττει το κύρος της Δικαιοσύνης, αλλά και εκπέμπει σαφές αποτρεπτικό μήνυμα προς κάθε δικαστή που θα τολμήσει στο μέλλον να ενεργήσει με γνώμονα τη συνείδησή του και όχι την “αναμενόμενη” κατεύθυνση.
Όταν η επιλογή γίνεται επιβολή
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης είναι εξίσου σοβαρή. Η επιμονή του υπουργού να λειτουργεί ως ουσιαστικός επόπτης των κρίσεων του ανώτατου δικαστικού σώματος υπονομεύει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο συνταγματική επιταγή αλλά προϋπόθεση εύρυθμης δημοκρατικής λειτουργίας.
Η υπαγωγή των κρίσιμων δικαστικών προαγωγών στην ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας γεννά εύλογους φόβους: είναι η Δικαιοσύνη πλέον ένας αυτόνομος θεσμός ή μια δομή υπό κυβερνητική επιτροπεία;
Πέρα από το πρόσωπο, το θεσμικό προηγούμενο
Το ζήτημα δεν είναι μόνο προσωπικό· δεν αφορά αποκλειστικά τον κ. Βενιζελέα. Αφορά το προηγούμενο που δημιουργείται: ότι ένας υπουργός μπορεί να παρακάμπτει συστηματικά την άποψη των δικαστών και να ελέγχει έμμεσα τη συνείδησή τους μέσω του κινδύνου μη προαγωγής. Αυτό διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών, υπονομεύει την αξιοκρατία και αλλοιώνει το DNA του κράτους δικαίου.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι μηχανισμός υπακοής
Αν η επιλογή δικαστών γίνεται με κριτήρια πολιτικής προθυμίας, τότε οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης μετατρέπονται από ανεξάρτητοι κριτές σε θεσμικοί υπάλληλοι. Η λογική αυτή οδηγεί στον εκφυλισμό του θεσμικού πλαισίου και μετατρέπει τη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης σε εργαλείο πειθαναγκασμού.
Η Δικαιοσύνη, όμως, δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει την εξουσία. Υπάρχει για να την περιορίζει.

