Ένας φιλόσοφος διαφορετικός από τους άλλους
Ο Δημήτρης Λιαντίνης δεν ήταν ένας συνηθισμένος πανεπιστημιακός. Στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών δίδασκε όχι «ύλη», αλλά τρόπο ζωής. Μιλούσε για την αξία του έρωτα, της γνώσης, της επικοινωνίας. Προέτρεπε τους νέους να κλείσουν την τηλεόραση, να διαβάσουν βιβλία, να αγαπήσουν βαθιά. Για τους φοιτητές του, δεν ήταν καθηγητής αλλά μέντορας.
Το έργο που προανήγγειλε το τέλος
Στη διάρκεια της ακαδημαϊκής του πορείας έγραψε μια σειρά από βιβλία με φιλοσοφικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Το 1994 κυκλοφόρησε το πιο σπουδαίο και τελευταίο του έργο, η Γκέμμα. Ένα κείμενο δύσβατο, γεμάτο αρχαιοελληνικές και ευρωπαϊκές αναφορές, που φάνταζε σαν προανάκρουσμα της «μεγάλης εξόδου» του.
«Σήμερα θα πούμε τα στερνά μας λόγια»
Στις 27 Μαΐου 1998, στο τελευταίο του μάθημα, αποχαιρέτησε τους φοιτητές του με φράσεις που ακούστηκαν ως προφητεία:
«Σήμερα θα πούμε τα στερνά μας λόγια. Αύριο οι ψυχούλες μας κάνουν φτερά…».
Λίγες μέρες αργότερα, την 1η Ιουνίου, ανέβηκε στον Ταΰγετο και δεν επέστρεψε ποτέ.
Το μυστικό που κράτησε επτά χρόνια
Η εξαφάνισή του συγκλόνισε την Ελλάδα. Άλλοι μιλούσαν για μετανάστευση στην Αργεντινή, άλλοι για μοναστήρια, άλλοι για μια ζωή «incognito». Η αλήθεια αποκαλύφθηκε επτά χρόνια αργότερα, το 2005. Ο αδερφικός του φίλος, Παναγιώτης Νικολακάκος, αποκάλυψε στην κόρη του, Διοτίμα, το μυστικό: ο Λιαντίνης είχε αφήσει πίσω του χάρτη και οδηγίες. Η σορός του βρέθηκε σε μια βραχοσκεπή του Ταϋγέτου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει.
Η αποχαιρετιστήρια επιστολή
Στην επιστολή που άφησε στην κόρη του, έγραψε λόγια συγκλονιστικά:
«Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους».
Ο φιλόσοφος που έφυγε για να μας διδάξει
Για τον Λιαντίνη, ο θάνατος δεν ήταν το τέλος αλλά το ύστατο μάθημα. Είχε συμφιλιωθεί με αυτόν, τον είχε μελετήσει, τον είχε «σκηνοθετήσει». Έφυγε υγιής, «καθαρός σαν νωπό χιόνι», όπως έγραφε. Έφυγε για να διαμαρτυρηθεί, αλλά και για να υπενθυμίσει ότι η ζωή δεν είναι αναβλητή ούτε αναστρέψιμη.
Παρακαταθήκη ζωής
Από το 1998 έως σήμερα, κανείς δεν μιμήθηκε την πράξη του. Αντίθετα, πολλοί εμπνεύστηκαν να δουν αλλιώς τη ζωή τους, να της δώσουν αξία. Όπως σημειώνει ο βιογράφος του Δημήτρης Αλικάκος:
«Ο Λιαντίνης πεθαίνει, αλλά η κραυγή μέσα από το έργο του είναι: ζήστε!». Ο Δημήτρης Λιαντίνης έζησε και έφυγε με τον τρόπο ενός αρχαίου Λάκωνα: περήφανος, ακραία συνεπής στις ιδέες του, μυστηριώδης και συμβολικός. Ένας δάσκαλος που ακόμη και με τον θάνατό του, συνέχισε να διδάσκει.