Ο Δήμος Χαλκιδέων παρουσιάζει με ενθουσιασμό το νέο co-working space στη Χαλκίδα, καλώντας νέους επαγγελματίες, remote workers, ομάδες και ανθρώπους της δημιουργίας να «κλείσουν θέση» και να γίνουν μέλη της νέας γενιάς εργασίας.
Ωραία τα λόγια. Ωραίες οι φωτογραφίες. Ωραίο και το αφήγημα της καινοτομίας.
Μόνο που πίσω από το επικοινωνιακό περιτύλιγμα υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Τι κοστίζει τελικά στον πολίτη;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για έναν ιδιωτικό χώρο εργασίας. Μιλάμε για έναν δημοτικό χώρο, που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο δράσεων «έξυπνης πόλης» και παρουσιάζεται ως επένδυση στους νέους, στις ιδέες και στις δυνατότητές τους.
Και όμως, ο τιμοκατάλογος λέει άλλα.
Η ατομική θέση εργασίας κοστίζει 2 ευρώ την ώρα, 12 ευρώ την ημέρα, 45 ευρώ την εβδομάδα, 160 ευρώ τον μήνα και 900 ευρώ τον χρόνο.
Η αίθουσα συσκέψεων κοστίζει 10 ευρώ την ώρα.
Οι εκδηλώσεις, τα εργαστήρια και οι παρουσιάσεις εμφανίζονται με χρέωση 200 ευρώ ανά εκδήλωση.
Άρα το ερώτημα είναι καθαρό:
Αυτός είναι δημοτικός χώρος στήριξης της νέας εργασίας ή ένας ακόμη χώρος με ταμείο στην είσοδο;
Κανείς δεν λέει ότι οι δημοτικές υποδομές δεν έχουν λειτουργικό κόστος. Ρεύμα, internet, εξοπλισμός, συντήρηση, καθαριότητα, διαχείριση. Όλα αυτά υπάρχουν. Όμως άλλο πράγμα η λογική κάλυψης βασικών εξόδων και άλλο πράγμα να παρουσιάζεται ένας χώρος ως κοινωνική και αναπτυξιακή παρέμβαση, ενώ στην πράξη λειτουργεί με εμπορική λογική.
Διότι όταν λες σε έναν νέο άνθρωπο «έλα να δουλέψεις, έλα να δημιουργήσεις, έλα να μείνεις στη Χαλκίδα», αλλά του ζητάς 160 ευρώ τον μήνα για μια θέση εργασίας, τότε πρέπει να εξηγήσεις ποιον ακριβώς βοηθάς.
Τον νέο επαγγελματία που ξεκινά χωρίς κεφάλαιο;
Τον άνεργο που προσπαθεί να στήσει κάτι δικό του;
Τον φοιτητή που χρειάζεται έναν χώρο για να δουλέψει;
Την ομάδα νέων που θέλει να δοκιμάσει μια ιδέα;
Ή τελικά απευθύνεσαι σε όσους ήδη μπορούν να πληρώσουν;
Η Χαλκίδα δεν χρειάζεται άλλη μια βιτρίνα. Δεν χρειάζεται άλλο ένα έργο που θα χρησιμοποιείται για φωτογραφίες, δηλώσεις και hashtags. Χρειάζεται πραγματικές πολιτικές πρόσβασης για τους νέους, τους ανέργους, τους μικρούς επαγγελματίες, τους ανθρώπους που παλεύουν να σταθούν.
Αν ο Δήμος ήθελε πραγματικά να επενδύσει στη νέα γενιά εργασίας, θα έπρεπε να υπάρχει ειδική πρόβλεψη για δωρεάν ή συμβολική χρήση από νέους έως 30 ετών, ανέργους, φοιτητές, νεοσύστατες ομάδες, κοινωνικές πρωτοβουλίες και ανθρώπους που ξεκινούν από το μηδέν.
Θα έπρεπε να υπάρχει καθαρός κανονισμός λειτουργίας.
Θα έπρεπε να υπάρχει δημόσια απάντηση για το κόστος δημιουργίας, το κόστος λειτουργίας, τα αναμενόμενα έσοδα, τη διαχείριση των κρατήσεων και τον τρόπο αξιοποίησης των χρημάτων.
Θα έπρεπε να γνωρίζουν οι δημότες αν ο χώρος λειτουργεί ως κοινωνική υποδομή ή ως δημοτική υπηρεσία επί πληρωμή.
Γιατί το να βαφτίζεις κάτι «καινοτομία» δεν το κάνει αυτομάτως κοινωνική πολιτική.
Το να βάζεις αγγλικές λέξεις, digital nomads, co-working, networking και startup, δεν σημαίνει ότι έλυσες το πρόβλημα των νέων της Χαλκίδας.
Οι νέοι δεν φεύγουν από την πόλη επειδή δεν είχαν γραφείο με θέα τον Εύριπο.
Φεύγουν γιατί δεν βρίσκουν δουλειές με αξιοπρέπεια.
Φεύγουν γιατί δεν βλέπουν προοπτική.
Φεύγουν γιατί η πόλη δεν έχει πανεπιστημιακή δυναμική αντίστοιχη των αναγκών της.
Φεύγουν γιατί η τοπική οικονομία δεν στηρίζει πραγματικά τη δημιουργία, αλλά συχνά ανακυκλώνει τις ίδιες γνωστές δομές και τα ίδια επικοινωνιακά σχήματα.
Ας σταματήσουν λοιπόν τα μεγάλα λόγια.
Αν ο Δήμος Χαλκιδέων θέλει να παρουσιάσει το co-working space ως εργαλείο ανάπτυξης, ας απαντήσει καθαρά:
Πόσο κόστισε συνολικά;
Ποιος το διαχειρίζεται;
Ποιος εισπράττει;
Πού πηγαίνουν τα έσοδα;
Υπάρχουν δωρεάν θέσεις για νέους, ανέργους και φοιτητές;
Υπάρχει κοινωνικό τιμολόγιο;
Υπάρχει απολογισμός χρήσης;
Υπάρχει σχέδιο σύνδεσης με την τοπική επιχειρηματικότητα ή απλώς ένα ακόμη ωραίο σκηνικό για αναρτήσεις;
Γιατί η Χαλκίδα δεν χρειάζεται άλλες κορδέλες. Δεν χρειάζεται άλλες δηλώσεις περί «νέας εποχής». Δεν χρειάζεται άλλες βιτρίνες που παρουσιάζονται ως άλματα στο μέλλον.
Χρειάζεται ουσία.
Και η ουσία είναι μία:
Ένας δημοτικός χώρος, φτιαγμένος με δημόσιους πόρους, οφείλει πρώτα να υπηρετεί τον δημότη. Όχι την επικοινωνία της δημοτικής αρχής.
Η καινοτομία δεν μετριέται με hashtags.
Μετριέται με πρόσβαση.
Μετριέται με διαφάνεια.
Μετριέται με πραγματικό όφελος για την κοινωνία.
Και εδώ, μέχρι να δοθούν καθαρές απαντήσεις, το ερώτημα παραμένει:
Co-working για τους νέους ή ακόμα ένα ακριβοπληρωμένο αφήγημα “έξυπνης πόλης”;

