Η Cepal φέρεται να έκλεισε οφειλή εκατομμυρίων με 135.000 ευρώ, ενώ μικροοφειλέτες συνθλίβονται για λίγες χιλιάδες – Αυτό δεν είναι οικονομία. Είναι καθεστώς δύο ταχυτήτων
Υπάρχει ένα κράτος για τους ισχυρούς και ένα άλλο για τους απλούς πολίτες.
Υπάρχει μία «δεύτερη ευκαιρία» για τις μεγάλες επιχειρήσεις και ένας οικονομικός τάφος για τον εργαζόμενο, τον συνταξιούχο, τον μικροεπαγγελματία και την οικογένεια που παλεύει να μη χάσει το σπίτι της.
Υπάρχουν διαγραφές εκατομμυρίων για εκείνους που έχουν πρόσβαση σε τραπεζικά γραφεία, συμβούλους, διαπραγματεύσεις και κλειστές πόρτες. Και υπάρχουν κατασχέσεις, εκβιαστικές πιέσεις, τηλεφωνική πολιορκία και πλειστηριασμοί για εκείνους που χρωστούν μερικές χιλιάδες ευρώ.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνει το δημοσίευμα για τη διαχείριση της οφειλής της εταιρείας «Κέντρο Χαλύβων ΑΕΒΕ».
Σύμφωνα με όσα αποκαλύπτονται, μία οφειλή που συνδεόταν με ομολογιακό δάνειο εκατομμυρίων ευρώ φέρεται να έκλεισε με την καταβολή μόλις 135.000 ευρώ, σε τρεις άτοκες δόσεις των 45.000 ευρώ.
Εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ.
Για μία υπόθεση στην οποία το υπόλοιπο του δανείου, τον Δεκέμβριο του 2021, αναφερόταν ότι ανερχόταν σε περίπου 13,8 εκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια στιγμή, οικογένειες απειλούνται να χάσουν το μοναδικό τους σπίτι για χρέη πολύ μικρότερα.
Άνθρωποι με μισθούς πείνας και συντάξεις εξαθλίωσης καλούνται να πληρώνουν δόσεις που αυξάνονται χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πώς υπολογίζονται. Δέχονται αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα, ασφυκτικές πιέσεις και απειλές ότι η ρύθμισή τους θα χαθεί.
Για αυτούς δεν υπάρχουν τρεις άτοκες δόσεις.
Δεν υπάρχουν γενναίες διαγραφές.
Δεν υπάρχουν «εμπορικές λύσεις».
Υπάρχει μόνο το δόκανο.
ΟΤΑΝ Ο ΜΙΚΡΟΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΧΡΩΣΤΑ, ΕΙΝΑΙ “ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΚΑΚΟΠΛΗΡΩΤΗΣ”
Όταν ένας απλός πολίτης αδυνατεί να πληρώσει, του φορτώνουν την ευθύνη.
Τον παρουσιάζουν ως ασυνεπή.
Τον βαφτίζουν «στρατηγικό κακοπληρωτή».
Του εξηγούν ότι οι νόμοι είναι αυστηροί, ότι οι συμβάσεις πρέπει να τηρούνται και ότι η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει με συναισθηματισμούς.
Όταν όμως πρόκειται για μεγάλες επιχειρηματικές οφειλές, τότε η γλώσσα αλλάζει.
Τότε μιλούν για αναδιάρθρωση.
Για βιωσιμότητα.
Για εξυγίανση.
Για συμβιβασμό.
Για επιχειρηματική συνέχεια.
Η κοινωνία έχει πλέον καταλάβει το παιχνίδι.
Η αυστηρότητα δεν είναι ίδια για όλους.
Ο νόμος δεν εφαρμόζεται με την ίδια ένταση σε όλους.
Η περίφημη «ελεύθερη αγορά» γίνεται αμείλικτη μόνο όταν απέναντί της βρίσκεται ο αδύναμος.
ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ
Το δημοσίευμα δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος της διαγραφής.
Καταγράφει γεγονότα που, εφόσον επιβεβαιωθούν πλήρως, απαιτούν ξεκάθαρες απαντήσεις.
Αναφέρεται ότι πριν από τη διαγραφή είχε προηγηθεί αλλαγή στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας, με το ποσοστό της βασικής μετόχου και εγγυήτριας να μειώνεται δραστικά και τις μετοχές να περνούν σε συγγενικά πρόσωπα.
Καταγράφεται επίσης η πώληση ακινήτου άνω των 1.200 τετραγωνικών μέτρων στην Εκάλη, με τίμημα περίπου 1,55 εκατομμύρια ευρώ, προς εταιρεία που είχε συσταθεί με κεφάλαιο μόλις 1.000 ευρώ.
Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα, η ίδια εταιρεία είχε αποκτήσει ακόμη ένα ακίνητο στην Εκάλη, συνολικής αξίας περίπου 1,8 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ στη συνέχεια προχώρησε και σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά ένα εκατομμύριο ευρώ.
Όλα αυτά δεν επιτρέπουν επικοινωνιακές υπεκφυγές.
Απαιτούν εξηγήσεις.
Ποια ήταν η πραγματική οικονομική αξιολόγηση της οφειλής;
Με ποια κριτήρια κρίθηκε συμφέρουσα η αποδοχή των 135.000 ευρώ;
Ποια ήταν η αξία των εξασφαλίσεων;
Ελέγχθηκαν όλες οι μεταβολές στη μετοχική και περιουσιακή κατάσταση των εμπλεκομένων;
Έγινε ό,τι θα γινόταν και στην περίπτωση ενός απλού δανειολήπτη;
Ή εφαρμόστηκε άλλη μεταχείριση επειδή απέναντι δεν βρισκόταν ένας συνταξιούχος, αλλά μία εταιρική υπόθεση εκατομμυρίων;
ΟΙ SERVICERS ΕΧΟΥΝ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων απέκτησαν τεράστια δύναμη.
Διαχειρίζονται περιουσίες.
Αποφασίζουν ρυθμίσεις.
Κινούν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Στέλνουν σπίτια στο σφυρί.
Καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιος θα σωθεί και ποιος θα καταστραφεί.
Και όμως, ο δημόσιος έλεγχος παραμένει ανεπαρκής.
Η διαφάνεια είναι περιορισμένη.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες, με όρους που ο πολίτης συχνά αδυνατεί να γνωρίζει, να ελέγξει ή να αμφισβητήσει αποτελεσματικά.
Ο απλός δανειολήπτης δεν γνωρίζει σε ποια τιμή αγοράστηκε το δάνειό του.
Δεν γνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό περιθώριο διαγραφής.
Δεν γνωρίζει γιατί μία πρόταση απορρίπτεται.
Δεν γνωρίζει γιατί σε άλλες περιπτώσεις γίνονται θεαματικά «κουρέματα» και στη δική του περίπτωση απαιτείται μέχρι και το τελευταίο ευρώ.
Του ζητούν μόνο να πληρώνει.
Και αν δεν μπορεί, του παίρνουν το σπίτι.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΧΤΙΣΕ ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ
Το σύστημα αυτό δεν δημιουργήθηκε μόνο του.
Απέκτησε νόμους, εργαλεία και προστασία.
Οι κυβερνήσεις νομοθέτησαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα funds και οι servicers απέκτησαν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται μαζικά τα «κόκκινα» δάνεια και να προχωρούν σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς.
Η εκάστοτε εξουσία παρουσιάζει αυτή την πραγματικότητα ως αναγκαία «εξυγίανση» του τραπεζικού συστήματος.
Μόνο που η εξυγίανση γίνεται πάντα στην πλάτη της κοινωνίας.
Οι τράπεζες σώθηκαν.
Τα δάνεια τιτλοποιήθηκαν.
Οι απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν σε εταιρείες του εξωτερικού.
Οι servicers απέκτησαν δύναμη.
Και ο πολίτης έμεινε μόνος του, απέναντι σε έναν μηχανισμό με νομικά τμήματα, τηλεφωνικά κέντρα και απεριόριστη υπομονή να τον εξαντλήσει.
Αυτό δεν είναι προστασία της οικονομίας.
Είναι θεσμοθετημένη ανισότητα.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΧΥΡΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ – ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΥΝΑΜΟ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ
Ο μικροοφειλέτης παρακαλά να πληρώσει ένα ποσό που πραγματικά αντέχει.
Ζητά μία λογική ρύθμιση.
Ζητά να διατηρήσει την πρώτη κατοικία του.
Ζητά να μην καταστραφεί η οικογένειά του.
Και συχνά αντιμετωπίζεται σαν αριθμός σε έναν πίνακα.
Στην άλλη πλευρά, μεγάλες οφειλές φαίνεται ότι μπορούν να συζητούνται, να αναδιαρθρώνονται και τελικά να διαγράφονται σε συντριπτικό ποσοστό.
Εάν τα στοιχεία του δημοσιεύματος είναι ακριβή, τότε η κοινωνία δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μία προκλητική επιχειρηματική συμφωνία.
Βρίσκεται μπροστά στην απόδειξη ότι το σύστημα λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Ο ένας έχει πρόσβαση στη διαπραγμάτευση.
Ο άλλος έχει ραντεβού με τον δικαστικό επιμελητή.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ “ΚΟΥΡΕΜΑ” – ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ
Όταν διαγράφονται εκατομμύρια, ενώ μικρές περιουσίες κατάσχονται για ασύγκριτα μικρότερες οφειλές, το ζήτημα δεν είναι απλώς τραπεζικό.
Είναι βαθιά πολιτικό.
Είναι κοινωνικό.
Είναι θεσμικό.
Είναι ζήτημα δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι εποπτικές αρχές και οι αρμόδιοι εισαγγελικοί μηχανισμοί οφείλουν να εξετάσουν κάθε πτυχή της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Όχι με ανακοινώσεις δημοσίων σχέσεων.
Όχι με γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Με στοιχεία.
Με ημερομηνίες.
Με συμβάσεις.
Με πραγματικές αποτιμήσεις.
Με πλήρη διαφάνεια για το ύψος της απαίτησης, τις εξασφαλίσεις, τις μεταβιβάσεις, τη διαδικασία συμβιβασμού και τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αποδεκτή μία τέτοια διαγραφή.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΛΛΗ ΚΟΡΟΪΔΙΑ
Ο πολίτης που χάνει το σπίτι του δεν θέλει να ακούει ότι «έτσι λειτουργεί η αγορά».
Δεν θέλει μαθήματα συνέπειας από ένα σύστημα που φαίνεται να χαρίζει εκατομμύρια εκεί όπου επιλέγει και να κυνηγά μέχρι τελικής πτώσεως εκείνους που δεν έχουν δύναμη.
Δεν θέλει να του εξηγούν ότι δεν υπάρχει περιθώριο για διαγραφή, όταν βλέπει να διαγράφονται τεράστια ποσά αλλού.
Δεν θέλει άλλη προπαγάνδα.
Θέλει ισονομία.
Θέλει διαφάνεια.
Θέλει δικαιοσύνη.
Και πάνω απ’ όλα θέλει να μάθει ποιος αποφασίζει ότι μία οφειλή εκατομμυρίων μπορεί να κλείσει με 135.000 ευρώ, ενώ το δικό του σπίτι πρέπει να βγει στο σφυρί για ένα χρέος που δεν ξεπερνά ούτε ένα μικρό μέρος αυτού του ποσού.
Γιατί όταν οι μεγάλοι καθαρίζουν με ψίχουλα και οι μικροί πληρώνουν με το αίμα τους, δεν μιλάμε για οικονομική εξυγίανση.
Μιλάμε για οργανωμένη κοινωνική λεηλασία.
Και αυτή η λεηλασία έχει πολιτικές υπογραφές, θεσμική κάλυψη και συγκεκριμένους ωφελημένους.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να μάθουν ποιοι είναι.

