Ο Ζαχαρίας Κεσσές καταγγέλλει τον Μάκη Βορίδη για τη στάση του στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας – Μια υπόθεση που δεν αφορά πια μόνο τις υποκλοπές, αλλά την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας
Η υπόθεση των υποκλοπών και του Predator επιστρέφει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο στο πολιτικό προσκήνιο. Όχι απλώς ως ένα σκάνδαλο παρακολουθήσεων. Αλλά ως μια υπόθεση θεσμικής αυτοπροστασίας, πολιτικής σιωπής και κοινοβουλευτικής υποβάθμισης.
Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά του Μάκη Βορίδη, κατηγορώντας τον ότι, αντί να σταθεί απέναντι σε εκείνους που φέρονται να τον παγίδευσαν μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, επέλεξε πολιτικά να λειτουργήσει ως φραγμός στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό βάρος της καταγγελίας.
Διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο κ. Κεσσές, ο Μάκης Βορίδης δεν ήταν ένας απλός πολίτης που φέρεται να έλαβε μολυσμένα μηνύματα. Ήταν υπουργός Εσωτερικών. Διαχειριζόταν κρίσιμα κρατικά ζητήματα. Είχε πρόσβαση σε θεσμικές, υπηρεσιακές και, κατά περίπτωση, ευαίσθητες πληροφορίες. Εάν πράγματι το τηλέφωνό του είχε στοχοποιηθεί από Predator, τότε δεν μιλάμε απλώς για παραβίαση προσωπικής ζωής. Μιλάμε για πιθανή τρύπα στην καρδιά του κράτους.
Και όμως, όπως καταγγέλλεται, ο ίδιος δεν κινήθηκε με τη θεσμική ένταση που θα περίμενε κανείς από έναν πρώην υπουργό, βουλευτή και νομικό. Δεν μήνυσε όσους φέρονται να τον παγίδευσαν. Δεν παρέστη προς υποστήριξη κατηγορίας. Δεν κατέθεσε αγωγή. Δεν εμφανίστηκε αυτοβούλως ενώπιον των αρμόδιων αρχών για να καταθέσει. Δεν παρέδωσε, κατά την καταγγελία, τη συσκευή του για έλεγχο, ώστε να διαπιστωθεί αν και τι είδους δεδομένα θα μπορούσαν να έχουν διαρρεύσει.
Η σιωπή αυτή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη.
Όταν ένας υπουργός φέρεται να έχει γίνει στόχος κατασκοπευτικού λογισμικού, η πρώτη του υποχρέωση δεν είναι απέναντι στον εαυτό του. Είναι απέναντι στο κράτος που υπηρέτησε. Απέναντι στη Βουλή. Απέναντι στους πολίτες. Απέναντι στην ίδια τη Δημοκρατία.
Το ακόμη πιο σοβαρό, όμως, είναι η σημερινή του στάση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Εκεί όπου, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, απορρίφθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία το αίτημα κλήτευσης του Tal Dilian και του Γρηγόρη Δημητριάδη, με τον Μάκη Βορίδη να υποστηρίζει ότι τα δύο πρόσωπα δεν διαθέτουν δημόσια ιδιότητα, προϋπόθεση κατά την άποψη της πλειοψηφίας για την κλήση τους.
Όμως το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο:
Αν ο Tal Dilian, το πρόσωπο που συνδέεται με το Predator, δεν πρέπει να εμφανιστεί ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, τότε ποιος πρέπει;
Αν η υπόθεση ενός κατασκοπευτικού λογισμικού που φέρεται να στόχευσε πολιτικούς, υπουργούς, δημοσιογράφους και κρατικούς παράγοντες δεν αφορά την Επιτροπή Θεσμών, τότε τι ακριβώς αφορά;
Αν η Βουλή δεν μπορεί ή δεν θέλει να καλέσει πρόσωπα που βρίσκονται στον πυρήνα μιας τέτοιας υπόθεσης, τότε ποια διαφάνεια υπηρετεί;
Ο Ζαχαρίας Κεσσές μιλά για «μαύρη κοινοβουλευτική σελίδα». Και δυστυχώς, η φράση δεν μοιάζει υπερβολική. Διότι εδώ δεν κρίνεται μόνο η υπόθεση Predator. Κρίνεται αν η Βουλή λειτουργεί ως θεσμικό όργανο ελέγχου ή ως μηχανισμός αποφυγής ελέγχου.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Το 2022 ο Tal Dilian είχε κληθεί από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Σήμερα, η ίδια επιτροπή κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση. Τότε μπορούσε. Τώρα δεν μπορεί. Τότε υπήρχε θεσμικός λόγος. Τώρα ξαφνικά εμφανίζονται διαδικαστικά εμπόδια.
Και κάπου εδώ η διαδικασία αρχίζει να μοιάζει με πρόσχημα.
Ο Μάκης Βορίδης, σύμφωνα με την καταγγελία Κεσσέ, είχε την ευκαιρία να ζητήσει να εμφανιστεί ενώπιόν του ο άνθρωπος που φέρεται να συνδέεται με την παγίδευσή του. Να του απαντήσει. Να εξηγήσει. Να πει αν το Predator πουλήθηκε μόνο σε κρατικές αρχές, όπως έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί, και σε ποιες. Να ξεκαθαρίσει εάν υπήρχε εμπλοκή, ανοχή ή γνώση ελληνικών κέντρων εξουσίας.
Αντί γι’ αυτό, η Επιτροπή οδηγήθηκε σε μπλόκο.
Και αυτό γεννά το μεγαλύτερο ερώτημα: γιατί ένα φερόμενο θύμα δεν θέλει να ακούσει τον φερόμενο θύτη;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι διαδικαστική. Είναι βαθιά πολιτική.
Διότι όταν η εξουσία φοβάται τις απαντήσεις, κρύβεται πίσω από κανονισμούς. Όταν δεν θέλει φως, επικαλείται τη διαδικασία. Όταν δεν θέλει αλήθεια, μιλά για «επικοινωνιακά παιχνίδια».
Μόνο που η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι επικοινωνιακό παιχνίδι. Είναι θεσμικό τραύμα. Είναι πληγή στο κράτος δικαίου. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας, πολιτικής ευθύνης και δημοκρατικής λογοδοσίας.
Οι βουλευτές δεν ορκίζονται πίστη σε κυβερνητικές σκοπιμότητες. Ορκίζονται πίστη στην Πατρίδα, στο Δημοκρατικό Πολίτευμα και στο Σύνταγμα. Και το Σύνταγμα δεν προστατεύεται με σιωπή. Δεν προστατεύεται με μπλόκα. Δεν προστατεύεται με επιτροπές που λειτουργούν σαν θώρακας της εκτελεστικής εξουσίας.
Η υπόθεση Predator δεν έκλεισε. Όσο κάποιοι αρνούνται να καλέσουν πρόσωπα, όσο κάποιοι αποφεύγουν να δώσουν εξηγήσεις, όσο κάποιοι εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να προστατεύσουν τη σιωπή παρά την αλήθεια, τόσο το σκάνδαλο θα επιστρέφει.
Και θα επιστρέφει πιο βαρύ.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι πια μόνο ποιος παρακολουθούσε ποιον.
Το ερώτημα είναι ποιοι σήμερα εμποδίζουν να μάθουμε την αλήθεια.

