Όταν η τεχνητή νοημοσύνη «βλέπει» παραβάσεις που δεν υπάρχουν και το κράτος ψάχνει πάλι υπαλλήλους για να φορτώσει την ευθύνη
Υποτίθεται ότι οι «έξυπνες» κάμερες θα έφερναν ακρίβεια, ταχύτητα και δικαιοσύνη στους ελέγχους της Τροχαίας. Θα έβλεπαν όσα δεν προλαβαίνει να δει ο άνθρωπος. Θα μείωναν την αυθαιρεσία. Θα βοηθούσαν να μπει τάξη στους δρόμους.
Αντί γι’ αυτό, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: ένα σύστημα που παράγει μαζικά αμφισβητούμενες ή άκυρες καταγραφές, μια διοίκηση που τρέχει πίσω από τα λάθη και έναν υπουργό που, αντί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τον σχεδιασμό, δείχνει προς τους υπαλλήλους της ΕΛ.ΑΣ.
Και όλα αυτά ενώ ετοιμάζεται νέα προμήθεια 1.000 «έξυπνων» καμερών, με προϋπολογισμό 88 εκατομμυρίων ευρώ.
Το κράτος αγόρασε «ευφυΐα», αλλά ξέχασε τη νομιμότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, από περίπου 13.000 καταγραφές παραβάσεων που έγιναν από τις κάμερες τεχνητής νοημοσύνης, ελέγχθηκαν περίπου 5.500. Από αυτές, πραγματικές παραβάσεις που τελικά βεβαιώθηκαν ήταν μόλις 400.
Δηλαδή, οι 5.100 απορρίφθηκαν ή ακυρώθηκαν.
Το πιο εξοργιστικό στοιχείο είναι ότι περίπου 3.800 περιπτώσεις αφορούσαν υπολογισμό υπερβολικής ταχύτητας με βάση τη μέση ταχύτητα σε μια διαδρομή. Μόνο που αυτή η μέθοδος δεν προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία.
Με απλά λόγια: το σύστημα φέρεται να παρήγαγε παραβάσεις με τρόπο που δεν μπορούσε νομικά να σταθεί.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πυρήνας του προβλήματος. Δεν μπορείς να στήνεις μηχανισμό επιβολής προστίμων, να μιλάς για ψηφιακό κράτος και μετά να ανακαλύπτεις ότι η μέθοδος καταγραφής δεν έχει καθαρή νομική βάση.
Η τεχνολογία δεν νομιμοποιεί από μόνη της την κρατική πράξη. Το κράτος δικαίου προηγείται του αλγορίθμου.
Η AI μπέρδεψε τη ζώνη με τα ρούχα και το χέρι με το κινητό
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το δεύτερο σκέλος. Περίπου 1.300 καταγραφές αφορούσαν μη χρήση ζώνης ή χρήση κινητού τηλεφώνου. Κατά τον ανθρώπινο έλεγχο, όμως, το οπτικό υλικό φέρεται να διέψευσε την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο αλγόριθμος μπερδευόταν από σκούρα ή ιδιαίτερα ρούχα, τα οποία έκαναν τη ζώνη να φαίνεται «αόρατη». Μπερδευόταν και από κινήσεις των χεριών πίσω από το τιμόνι, τις οποίες ερμήνευε ως χρήση κινητού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κάμερες δεν χρειάζονται. Δεν σημαίνει ότι η Τροχαία δεν πρέπει να χρησιμοποιεί τεχνολογία. Σημαίνει, όμως, ότι όταν ένα σύστημα καλείται να παράγει συνέπειες για τον πολίτη —κλήσεις, πρόστιμα, διοικητικές κυρώσεις— δεν επιτρέπεται να λειτουργεί σαν πείραμα σε πραγματικό δρόμο.
Η οδική ασφάλεια είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για πρόχειρες προμήθειες, ασαφείς διαδικασίες και αλγοριθμικά λάθη που μετά βαφτίζονται «ανθρώπινη αστοχία».
Ο υπουργός δείχνει τους υπαλλήλους
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, απέρριψε τα δημοσιεύματα περί μαζικά λανθασμένων κλήσεων και είπε ότι «δεν γράφει καμία κάμερα μόνη της». Υποστήριξε πως άνθρωποι ελέγχουν τις φωτογραφίες και ότι τα λάθη γίνονται από ανθρώπους, άρα χρειάζεται καλύτερη εκπαίδευση και μεγαλύτερη προσοχή.
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί:
Ποιος σχεδίασε το σύστημα;
Ποιος το παρέλαβε;
Ποιος έκρινε ότι είναι έτοιμο;
Ποιος αποφάσισε τη μεθοδολογία;
Ποιος διασφάλισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δουλεύει εντός νόμου και όχι στο περίπου;
Δεν γίνεται κάθε φορά που κάτι πάει στραβά, η πολιτική ηγεσία να κρατά την κορδέλα των εγκαινίων και να αφήνει την ευθύνη στους υπαλλήλους. Όταν το έργο παρουσιάζεται ως επιτυχία, είναι κυβερνητικό. Όταν προκύπτει αστοχία, είναι υπηρεσιακό. Αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης είναι πλέον κουραστικά γνώριμο.
Και τώρα άλλα 88 εκατομμύρια;
Το πιο βαρύ σημείο της υπόθεσης είναι ότι το ίδιο υπουργείο ετοιμάζεται να επαναφέρει τον διαγωνισμό για 1.000 ακόμη «έξυπνες» κάμερες, συνολικού προϋπολογισμού 88 εκατομμυρίων ευρώ.
Ο προηγούμενος διαγωνισμός ματαιώθηκε μετά από προσφυγές εταιρειών στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων. Ο υπουργός υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν «φωτογραφικοί» όροι, αλλά ότι υπήρχαν σημεία που χρειάζονταν καλύτερη νομική διατύπωση. Είπε, μάλιστα, ότι αντί να περιμένουν δύο μήνες την εξέταση των ενστάσεων, «κατέβασαν» τον διαγωνισμό και θα τον επαναφέρουν.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει:
Πώς είναι δυνατόν να τρέχει νέα μεγάλη προμήθεια, όταν το υφιστάμενο σύστημα εμφανίζει τέτοια ποσοστά απόρριψης; Πώς αγοράζεις περισσότερες κάμερες πριν απαντήσεις καθαρά αν αυτές που έχεις δουλεύουν σωστά, νόμιμα και αξιόπιστα;
Η χώρα πράγματι έχει ντροπιαστικό πρόβλημα με τους θανάτους στην άσφαλτο. Αυτό, όμως, δεν δίνει λευκή επιταγή για πρόχειρες λύσεις. Η οδική ασφάλεια απαιτεί σοβαρότητα, όχι επικοινωνιακή ταχύτητα.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η κάμερα. Είναι το κράτος πίσω από την κάμερα
Οι κάμερες μπορούν να σώσουν ζωές. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει. Η αυτοματοποίηση μπορεί να κάνει τους ελέγχους πιο δίκαιους και πιο αποτελεσματικούς.
Αλλά μόνο όταν υπάρχει θεσμική σοβαρότητα.
Όταν υπάρχει σαφές νομικό πλαίσιο.
Όταν υπάρχει τεχνικός έλεγχος.
Όταν υπάρχει διαφάνεια στον διαγωνισμό.
Όταν υπάρχει ανθρώπινη επαλήθευση με ευθύνη και όχι με μετάθεση ευθύνης.
Όταν ο πολίτης ξέρει ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα πρόστιμο επειδή ένας αλγόριθμος μπέρδεψε τη ζώνη με το πουκάμισο.
Το φιάσκο των «έξυπνων» καμερών δεν είναι τεχνολογικό. Είναι διοικητικό και πολιτικό.
Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη δεν υποκαθιστά την κοινή λογική. Και σίγουρα δεν υποκαθιστά την πολιτική ευθύνη.
Το κράτος δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να εμπιστευτεί τις κάμερες, όταν το ίδιο δεν έχει αποδείξει ότι ξέρει τι βλέπουν, πώς το βλέπουν και με ποιον νόμο το μετατρέπουν σε πρόστιμο.
Η τελική εικόνα είναι σκληρή:
Πριν αγοράσουν άλλες 1.000 «έξυπνες» κάμερες, ας βρουν πρώτα λίγη έξυπνη διακυβέρνηση.

