Ο εκδότης του Documento καταγγέλλει πολυετή δικαστική στοχοποίηση και προειδοποιεί ότι «διάφοροι κύκλοι» αναζητούν εισαγγελέα για να προσβάλει την αθωωτική απόφαση
Μία ακόμη αθωωτική απόφαση για τον Κώστα Βαξεβάνη και τους συνεργάτες του επαναφέρει στην επιφάνεια ένα ερώτημα που η πολιτική εξουσία προτιμά συνήθως να κρύβει κάτω από το χαλί: είναι πραγματικά ανεξάρτητη η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα ή η ανεξαρτησία της εξαρτάται κάθε φορά από το θάρρος και την ακεραιότητα του δικαστή που κρατά τον φάκελο;
Ο εκδότης του Documento ανακοίνωσε ότι το Μονομελές Εφετείο τον αθώωσε από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζε, έπειτα από μήνυση της πρώην αρεοπαγίτη Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου. Μαζί του αθωώθηκαν ο δικηγόρος Γιάννης Μαντζουράνης, δημοσιογράφοι του Documento και ο εκδότης της «Δημοκρατίας», Γιάννης Φιλιππάκης.
Σε παρέμβασή του μετά την απόφαση, ο Κώστας Βαξεβάνης δεν περιορίστηκε στη δικαστική δικαίωσή του. Περιέγραψε μια πολυετή διαδικασία την οποία θεωρεί πολιτικά υποκινούμενη και δικαστικά προβληματική, ενώ υποστήριξε ότι ήδη «διάφοροι κύκλοι» αναζητούν εισαγγελέα πρόθυμο να προσβάλει νομικά την αθώωσή του. Πρόκειται για καταγγελία του ίδιου, η οποία, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα δημιουργήσει ένα ακόμη σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Το πλήρες κείμενο του Κώστα Βαξεβάνη στο Documento.
Από τη Novartis στις μηνύσεις κατά δημοσιογράφων
Η αντιπαράθεση έχει τις ρίζες της στην έρευνα για την υπόθεση Novartis. Η Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου ήταν η ανακρίτρια που είχε χειριστεί τη δίωξη εναντίον του Βαξεβάνη για τη φερόμενη «σκευωρία Novartis».
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει ο δημοσιογράφος, το κατηγορητήριο στηρίχθηκε στον ισχυρισμό ότι το Documento δημοσίευε καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων προτού αυτές δοθούν στις δικαστικές αρχές, καθοδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τους μάρτυρες. Ο ίδιος αντιτείνει ότι οι συγκεκριμένες καταθέσεις είχαν ήδη δοθεί μήνες πριν από τα σχετικά δημοσιεύματα.
Υποστηρίζει ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της ανάκρισης απορρίφθηκαν κρίσιμα αιτήματά του, δεν εξετάστηκαν κατ’ αντιπαράσταση πρόσωπα που θεωρούσε απαραίτητα και δεν κλήθηκε εκπρόσωπος του FBI, παρότι, κατά τον ίδιο, είχε εκφραστεί επίσημη πρόθεση ενημέρωσης των ελληνικών αρχών.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν τη θέση του Κώστα Βαξεβάνη. Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση δεν οδήγησε τελικά στην καταδίκη του. Αντιθέτως, ακολούθησαν αθωωτικές κρίσεις και νέες δικαστικές αντιπαραθέσεις, αυτή τη φορά μετά τις μηνύσεις και τις αγωγές της πρώην ανακρίτριας σε βάρος του δημοσιογράφου, του δικηγόρου του και συνεργατών της εφημερίδας.
Η αθώωση δεν ξεπλένει ολόκληρο το σύστημα
Μετά την τελευταία απόφαση, υποστηρικτές της κυβέρνησης επιχείρησαν να εμφανίσουν την αθώωση ως απόδειξη ότι η ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί απολύτως ανεξάρτητα. Το επιχείρημα, όμως, είναι βολικό και εξαιρετικά επιφανειακό.
Μια αθωωτική απόφαση δεν διαγράφει τις καθυστερήσεις, τις επιλεκτικές έρευνες, τις υποθέσεις πολιτικού ενδιαφέροντος που βαλτώνουν ούτε την εξάρτηση της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από τις κυβερνητικές επιλογές. Δεν ακυρώνει επίσης την τεράστια δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.
Αποδεικνύει κάτι διαφορετικό: ότι μέσα στη Δικαιοσύνη υπάρχουν δικαστές οι οποίοι μπορούν να αντισταθούν στις πιέσεις, να αγνοήσουν τις ισορροπίες και να αποφασίσουν αποκλειστικά με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας.
Ο Βαξεβάνης αποδίδει αυτή τη στάση στην πρόεδρο Εφετών Ελένη Τσίτσιου, η οποία, όπως αναφέρει, δεν επέλεξε ούτε τη συναδελφική προστασία ούτε έναν βολικό συμψηφισμό. Αντίθετα, απέρριψε συνολικά τις κατηγορίες, παρά την εισαγγελική πρόταση για καταδίκη του.
Οι δικαστές δεν βρίσκονται πάνω από την κριτική
Η απόφαση έχει και μία ακόμη ουσιαστική διάσταση: αναγνωρίζει στην πράξη ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, ως δημόσια πρόσωπα με τεράστια εξουσία πάνω στις ζωές των πολιτών, δεν μπορούν να απαιτούν ασυλία από τη δημοσιογραφική κριτική.
Ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει σιωπή απέναντι στις πράξεις ή τις παραλείψεις των λειτουργών της. Σημαίνει τεκμηριωμένη κριτική, δημόσιο έλεγχο και λογοδοσία. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία ενός θεσμού, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η διαφάνειά του.
Η Δημοκρατία δεν απειλείται από τον δημοσιογράφο που ερευνά και ασκεί κριτική. Απειλείται όταν μια δημοσιογραφική έρευνα μετατρέπεται σε κατηγορητήριο, όταν ο πολιτικός αντίπαλος βαφτίζεται «εγκληματίας» πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη και όταν η δικαστική διαδικασία κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός εξόντωσης.
Η αθώωση του Κώστα Βαξεβάνη δεν κλείνει τη συζήτηση. Την ανοίγει ακόμη περισσότερο. Και αν πράγματι κάποιοι αναζητούν τώρα έναν «πρόθυμο εισαγγελέα» για να συνεχίσουν τη δίωξη, τότε δεν θα κρίνεται πλέον μόνο ένας δημοσιογράφος.
Θα κρίνεται η ίδια η Δημοκρατία.

