Η συζήτηση για συνταγματική αναθεώρηση προϋποθέτει στοιχειώδεις όρους θεσμικής αξιοπιστίας: σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών, προσήλωση στο κράτος δικαίου και ειλικρινή αναζήτηση συναινέσεων. Διαφορετικά, η αναθεώρηση κινδυνεύει να εκληφθεί ως πολιτική εργαλειοποίηση και όχι ως αναβάθμιση της Δημοκρατίας.
Πρώτον, η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Η συμμόρφωση της διοίκησης και της εκτελεστικής εξουσίας προς τη δικαστική κρίση αποτελεί βασικό δείκτη λειτουργίας του κράτους δικαίου. Σε υποθέσεις αυξημένης θεσμικής βαρύτητας –όπως εκείνες που άπτονται προστασίας δικαιωμάτων και θεσμικών εγγυήσεων (ενδεικτικά: υποθέσεις παρακολουθήσεων)– ο τρόπος με τον οποίο η Πολιτεία στέκεται απέναντι στη δικαστική κρίση έχει πολλαπλάσια σημασία.
Δεύτερον, η διαδικασία επιλογής ηγεσίας της δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμο πεδίο θεσμικής εμπιστοσύνης. Όταν η συμμετοχή του δικαστικού σώματος εμφανίζεται προσχηματική –δηλαδή όταν ζητείται γνώμη ή ψήφος αλλά δεν ενσωματώνεται ουσιαστικά στη διαδικασία– το αποτέλεσμα είναι διττό: αποδυναμώνεται η εσωτερική νομιμοποίηση και τροφοδοτούνται υποψίες πολιτικής χειραγώγησης.
Τρίτον, η συνταγματική αναθεώρηση από τη φύση της απαιτεί διαρκείς και ουσιαστικές πολιτικές συναινέσεις. Δεν είναι πεδίο επικοινωνιακών συγκρούσεων ούτε ευκαιρία μετακίνησης ισορροπιών υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας. Εάν δεν υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης και θεσμικής αυτοσυγκράτησης, η αναθεώρηση κινδυνεύει να οξύνει αντί να θεραπεύσει τις παθογένειες.
Συνεπώς, η προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι μία: πλήρης εφαρμογή του ισχύοντος Συντάγματος και ενίσχυση των πρακτικών εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Μόνο τότε η συζήτηση για αναθεώρηση θα έχει θεσμικό νόημα και δημοκρατική νομιμοποίηση.

