Με σημαία την «εθνική προτεραιότητα», η κυβέρνηση σπρώχνει στη Βουλή ένα εξοπλιστικό πακέτο περίπου 5 δισ. ευρώ, βαφτίζοντας «Ασπίδα του Αχιλλέα» έναν αντιαεροπορικό θόλο που παρουσιάζεται ως θαυματουργή απάντηση σε κάθε σύγχρονη απειλή.
Πίσω από τις βαρύγδουπες ονομασίες, ξεδιπλώνεται μια γιγαντιαία αγορά συστημάτων, αναβαθμίσεων και υποδομών: αντιαεροπορικά, F-16, ΜΕΚΟ, F-35, C-27. Δηλαδή δισεκατομμύρια πάνω σε δισεκατομμύρια, με την κοινωνία να ακούει για «εθνική ανάγκη» αλλά να μη βλέπει ούτε σοβαρή δημόσια λογοδοσία ούτε καθαρή ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
Ο θόλος που πλασάρεται ως πανάκεια
Η κυβέρνηση εμφανίζει τον νέο αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και αντι-drone θόλο ως τη μεγάλη απάντηση στη νέα εποχή πολέμου. Το αφήγημα είναι απλό και επικοινωνιακά άψογο: η Μέση Ανατολή φλέγεται, τα drones και οι βαλλιστικοί πύραυλοι αλλάζουν τα πάντα, άρα η Ελλάδα πρέπει να θωρακιστεί τώρα.
Στον πυρήνα του σχεδιασμού τοποθετούνται ισραηλινά συστήματα όπως τα Spyder AIO, Barak MX, David’s Sling και το ραντάρ ELM-2084, σε συνδυασμό με τους Patriot και το υπάρχον δίκτυο αισθητήρων του Αιγαίου.
Μόνο που εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση:
άλλο η ανάγκη ενίσχυσης της αεράμυνας και άλλο η πώληση ενός πανάκριβου «θόλου» σαν να πρόκειται για προϊόν χωρίς ρίσκο, χωρίς κόστος υποστήριξης, χωρίς επιχειρησιακά κενά και χωρίς πολιτικές δεσμεύσεις πίσω από κάθε προμήθεια.
Τα 5 δισ. δεν είναι “σχέδιο”, είναι πολιτική επιλογή
Ο θόλος μόνος του αγγίζει σχεδόν τα 3 δισ. ευρώ. Μαζί του έρχεται:
- η αναβάθμιση 38 F-16 Block 50 σε Viper με περίπου 1,1 δισ. ευρώ,
- ο εκσυγχρονισμός των φρεγατών ΜΕΚΟ,
- τα έργα για την προετοιμασία της βάσης των F-35 στην Ανδραβίδα,
- και η σύμβαση υποστήριξης των C-27J Spartan ύψους περίπου 240 εκατ. ευρώ.
Αυτό δεν είναι απλώς «ενίσχυση άμυνας». Είναι ένα νέο εξοπλιστικό κύμα τεράστιας κλίμακας, που αλλάζει τον χάρτη των αμυντικών δαπανών και δεσμεύει τη χώρα για χρόνια.
Η κυβέρνηση θέλει να το εμφανίσει ως ψυχρή τεχνοκρατική αναγκαιότητα. Δεν είναι. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή. Και κάθε πολιτική επιλογή αυτού του μεγέθους οφείλει να σηκώνει φως, όχι μόνο χειροκρότημα.
Πατριωτική βιτρίνα ή στρατηγική με λογοδοσία;
Το γνωστό έργο παίζεται ξανά: πρώτα η απειλή, μετά η επίκληση στο εθνικό καθήκον, ύστερα οι δισεκατομμυριούχες συμβάσεις και στο τέλος όποιος ρωτά πολλά να αντιμετωπίζεται περίπου ως ενοχλητικός.
Όμως εδώ δεν μιλάμε για θεωρία. Μιλάμε για δημόσιο χρήμα, για δεκαετείς δεσμεύσεις, για επιλογές που θα καθορίσουν όχι μόνο την άμυνα αλλά και το δημοσιονομικό αποτύπωμα της χώρας.
Η κοινωνία δεν υποχρεούται να συγκινείται κάθε φορά που μια κυβέρνηση ντύνει έναν εξοπλισμό με επικό όνομα και αρχαιοπρεπή συσκευασία.
Η πραγματική ερώτηση είναι μία:
υπάρχει πράγματι ολοκληρωμένο εθνικό δόγμα πίσω από το πακέτο ή απλώς χτίζεται άλλη μία πανάκριβη βιτρίνα ισχύος, για να πουληθεί στο εσωτερικό ως «αποφασιστικότητα» και στο εξωτερικό ως «καλός πελάτης»;
Όταν μια κυβέρνηση πετά στο τραπέζι 5 δισεκατομμύρια ευρώ, δεν δικαιούται να ζητά σιωπή στο όνομα του πατριωτισμού.
Γιατί ο πατριωτισμός δεν είναι λευκή επιταγή. Δεν είναι εμπορικό σλόγκαν. Δεν είναι προπέτασμα καπνού για να περνούν εξοπλισμοί-μαμούθ με φιοριτούρες περί «Αχιλλέα» και «θόλων».
Αν υπάρχει σχέδιο, να παρουσιαστεί ολόκληρο.
Αν υπάρχει λογαριασμός, να ειπωθεί μέχρι τελευταίου ευρώ.
Αν υπάρχουν δεσμεύσεις, να μάθει η χώρα ποιος τις υπέγραψε και γιατί.
Διαφορετικά, η περίφημη «Ασπίδα του Αχιλλέα» κινδυνεύει να μείνει στην Ιστορία όχι ως θώρακας της χώρας, αλλά ως η χρυσή ασπίδα ενός πολιτικού συστήματος που ξέρει πάντα να οπλίζει τη βιτρίνα και να αδειάζει τη σιωπή.

