Μετά το κύμα ψευδών δηλώσεων, τις αιτήσεις-μαμούθ και τους ελέγχους που έδειξαν σοβαρές στρεβλώσεις, ακυρώνονται τα προγράμματα βιολογικής κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας ύψους 134 εκατ. ευρώ.
Τέλος στα προγράμματα ενίσχυσης για τη βιολογική κτηνοτροφία και τη βιολογική μελισσοκομία βάζει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, μετά τα ευρήματα που αποκάλυψαν ένα σύστημα με υπερβολικές αιτήσεις, προβληματικούς ελέγχους και σοβαρές ενδείξεις καταστρατήγησης των κανόνων. Ο Μαργαρίτης Σχοινάς ανακοίνωσε την ακύρωση των δύο δράσεων, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα υπάρξει νέα χρηματοδότηση μέχρι να διαμορφωθεί νέο, αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο.
Η υπόθεση δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι πολιτική, θεσμική και παραγωγική. Γιατί όταν ένας στους τρεις αιτούντες εμφανίζεται να μην πληροί τις προϋποθέσεις και ένας στους πέντε αποχωρεί οικειοθελώς μόλις πληροφορείται ότι έρχεται έλεγχος, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απάτη. Είναι το κράτος που άφησε την απάτη να πιστέψει ότι μπορεί να γίνει κανονικότητα.

Η «έκρηξη» που μύριζε πρόβλημα
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Οι βιολογικοί παραγωγοί από περίπου 34.000 το 2020 έφτασαν τους 119.000 το 2024, με αύξηση 250%. Την ίδια ώρα, η ζήτηση για δράσεις βιολογικής παραγωγής εκτοξεύθηκε: 231% στη γεωργία, 874% στη μελισσοκομία και 118% στην κτηνοτροφία.
Η αύξηση από μόνη της δεν είναι αδίκημα. Θα μπορούσε να σημαίνει στροφή στην ποιότητα, πράσινη παραγωγή, νέο ενδιαφέρον για τον πρωτογενή τομέα. Όταν όμως πίσω από την έκρηξη εμφανίζονται ψευδείς δηλώσεις, υπερβάσεις προϋπολογισμών και αιτήσεις που δεν αντέχουν στον έλεγχο, τότε η εικόνα αλλάζει.
Δεν μιλάμε πλέον για ανάπτυξη των βιολογικών. Μιλάμε για την πιθανότητα κάποιοι να είδαν τα βιολογικά ως εύκολο ταμείο.
134 εκατομμύρια στον αέρα – αλλά όχι χαμένα
Τα δύο προγράμματα που ακυρώνονται αφορούν 19 εκατομμύρια ευρώ για τη βιολογική μελισσοκομία και 115 εκατομμύρια ευρώ για τη βιολογική κτηνοτροφία. Το υπουργείο υποστηρίζει ότι οι πόροι δεν θα χαθούν για τη χώρα, αλλά θα μεταφερθούν σε άλλες δράσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης.
Αυτό όμως δεν αρκεί ως απάντηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: πώς στήθηκε ένα σύστημα στο οποίο φτάσαμε να μιλάμε για τέτοια έκταση προβληματικών αιτήσεων; Ποιοι υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις; Ποιοι τις δέχθηκαν; Ποιοι πιστοποιούσαν; Ποιοι έλεγχαν; Και ποιοι, ενώ έβλεπαν τα νούμερα να φουσκώνουν αφύσικα, δεν πάτησαν εγκαίρως φρένο;
Γιατί αν η απάντηση μείνει μόνο στην ακύρωση των προγραμμάτων, τότε το μήνυμα προς την κοινωνία θα είναι μισό. Και το μισό μήνυμα, σε τέτοιες υποθέσεις, είναι σχεδόν συγκάλυψη.
Το μεγάλο πλήγμα: οι έντιμοι παραγωγοί και οι καταναλωτές
Η πιο άδικη πλευρά αυτής της υπόθεσης είναι ότι δίπλα στους επιτήδειους υπάρχουν παραγωγοί που πραγματικά τηρούν τους κανόνες. Κτηνοτρόφοι και μελισσοκόμοι που επένδυσαν σε διαδικασίες, πιστοποιήσεις, κόστος και ποιότητα. Αυτοί τώρα βλέπουν ολόκληρο τον κλάδο να μπαίνει κάτω από σύννεφο καχυποψίας.
Το ίδιο ισχύει και για τους καταναλωτές. Ο υπουργός δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έφτασαν στην αγορά προϊόντα που πληρώθηκαν ως βιολογικά χωρίς να πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις. Αυτό είναι το πιο βαρύ σημείο της υπόθεσης. Γιατί εδώ δεν μιλάμε μόνο για δημόσιο χρήμα. Μιλάμε για εμπιστοσύνη. Για την ετικέτα που πληρώνει ακριβότερα ο πολίτης επειδή πιστεύει ότι αγοράζει κάτι καθαρότερο, πιο ελεγχόμενο, πιο αξιόπιστο.
Αν αυτή η εμπιστοσύνη σπάσει, δεν επιστρέφει εύκολα.
Το κράτος θυμήθηκε τους ελέγχους όταν το σύστημα φούσκωσε
Το υπουργείο προαναγγέλλει νέο θεσμικό πλαίσιο, αυστηρότερους ελέγχους, ψηφιακά εργαλεία, κυρώσεις, εκπαίδευση και αναβάθμιση του συστήματος πιστοποίησης. Επίσης, σύμφωνα με τον ΑγροΤύπο, παγώνουν νέες δράσεις βιολογικής παραγωγής στο ΠΑΑ 2021-2027 και παγώνουν εγκρίσεις νέων φορέων πιστοποίησης μέχρι την αναμόρφωση του πλαισίου.
Σωστά όλα αυτά. Αλλά καθυστερημένα.
Διότι το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται ως αυστηρός τιμωρός μόνο όταν το σύστημα έχει ήδη εκτροχιαστεί. Ο έλεγχος δεν είναι πυροσβεστική υπηρεσία μετά τη φωτιά. Είναι μηχανισμός πρόληψης. Και όταν σε έναν ευαίσθητο τομέα, όπως τα βιολογικά προϊόντα, οι αιτήσεις εκτοξεύονται σε επίπεδα που δεν συμβαδίζουν με την πραγματική παραγωγική εικόνα, η διοίκηση οφείλει να υποψιαστεί, να ελέγξει και να σταματήσει τη στρέβλωση πριν γίνει καθεστώς.
Η ακύρωση των προγραμμάτων δεν είναι επιτυχία. Είναι ομολογία αποτυχίας.
Αποτυχίας ενός συστήματος που άφησε το «βιολογικό» να γίνει, για κάποιους, λέξη-κλειδί για επιδότηση. Αποτυχίας ελεγκτικών μηχανισμών που έπρεπε να προστατεύουν και το δημόσιο χρήμα και τον έντιμο παραγωγό. Αποτυχίας μιας πολιτείας που κάθε τόσο ανακαλύπτει «μαϊμού» δηλώσεις, αφού πρώτα αυτές έχουν προλάβει να απλωθούν.
Το πραγματικό ερώτημα τώρα δεν είναι μόνο πού θα πάνε τα 134 εκατομμύρια.
Είναι αν θα μάθουμε ποιοι επιχείρησαν να τα πάρουν χωρίς να τα δικαιούνται.
Γιατί χωρίς ονόματα, ελέγχους, κυρώσεις και πραγματική λογοδοσία, το τέλος των προγραμμάτων θα είναι απλώς άλλη μία ανακοίνωση.
Και το πάρτι θα ψάξει απλώς την επόμενη πόρτα.

