Τα μέτρα βρίσκονται ακόμη στο στάδιο των εισηγήσεων – Η μείωση των εισφορών αποδίδει λίγα ευρώ τον μήνα, ενώ οι 53.084 προσλήψεις νέων τον Μάιο δεν αποτελούν απόδειξη μόνιμης και ποιοτικής απασχόλησης
Ένα πακέτο μείωσης ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικών ελαφρύνσεων για οικογένειες και νέων στεγαστικών δανείων εξετάζεται ενόψει των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Στο ίδιο τραπέζι φέρεται να βρίσκεται και το ενδεχόμενο αύξησης του κατώτατου μισθού ακόμη και στα 1.000 ευρώ το 2027.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που μπορούν να προσφέρουν πραγματική ανακούφιση σε εργαζομένους και επιχειρήσεις. Προς το παρόν, όμως, αποτελούν σενάρια και εισηγήσεις, χωρίς να έχουν ανακοινωθεί το τελικό δημοσιονομικό κόστος, οι δικαιούχοι και οι ακριβείς όροι εφαρμογής τους.
Και, κυρίως, δεν πρέπει να βαφτίζονται όλες συλλήβδην «μέτρα απασχόλησης».
Η αύξηση του αφορολόγητου για οικογένειες είναι φορολογική πολιτική. Το «Σπίτι μου 3» είναι στεγαστική χρηματοδότηση. Η μείωση των εισφορών επηρεάζει το κόστος εργασίας, αλλά αποδίδει μόλις λίγα ευρώ τον μήνα ανά εργαζόμενο.
Η απόσταση από το επικοινωνιακό πακέτο μέχρι τη δημιουργία σταθερών και αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας παραμένει μεγάλη.
Οι τρεις βασικές παρεμβάσεις
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Capital, οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις κινούνται σε τρεις κατευθύνσεις.
Η πρώτη αφορά νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Εξετάζεται είτε περιορισμός κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, αποκλειστικά για τους εργοδότες, είτε μείωση κατά μία μονάδα, μοιρασμένη εξίσου μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Η δεύτερη αφορά αύξηση του αφορολόγητου ορίου ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, πιθανώς με έμφαση στα οικογενειακά εισοδήματα έως 35.000 ευρώ.
Η τρίτη είναι ένα νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3», με επιδοτούμενο επιτόκιο για την αγορά πρώτης κατοικίας και διεύρυνση των ηλικιακών κριτηρίων.
Σε αυτά προστίθεται το σενάριο για αύξηση του κατώτατου μισθού το 2027 από τα σημερινά 920 ευρώ ακόμη και στα 1.000 ευρώ.
Η λέξη-κλειδί, όμως, παραμένει το «εξετάζεται».
Δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση για το ύψος της μείωσης των εισφορών, τη φορολογική κλίμακα, τον προϋπολογισμό του στεγαστικού προγράμματος ή τον κατώτατο μισθό.
Η «ανάσα» των 4,60 ευρώ
Η μείωση των εισφορών περιορίζει πράγματι το μη μισθολογικό κόστος και μπορεί να λειτουργήσει θετικά για επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων.
Για έναν μεμονωμένο μισθωτό, ωστόσο, το όφελος είναι πολύ μικρότερο από όσο υποδηλώνουν οι πολιτικές εξαγγελίες.
Με μείωση της εργοδοτικής εισφοράς κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα:
- Στον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ, το μηνιαίο όφελος για τον εργοδότη είναι 4,60 ευρώ.
- Σε μισθό 1.200 ευρώ, το όφελος είναι 6 ευρώ.
- Σε μισθό 1.500 ευρώ, περιορίζεται στα 7,50 ευρώ.
Εάν η συνολική μείωση φτάσει τη μία μονάδα και μοιραστεί κατά 0,5% σε εργοδότη και εργαζόμενο, αντίστοιχο ποσό θα παραμένει στις αποδοχές του μισθωτού, πριν υπολογιστεί η ενδεχόμενη επίδραση στη φορολογία.
Δεν είναι αμελητέο για μία επιχείρηση με εκατοντάδες υπαλλήλους. Δεν αποτελεί, όμως, ουσιαστική αύξηση μισθού για τον εργαζόμενο.
Τα 4,60 ή τα 6 ευρώ τον μήνα δεν καλύπτουν ούτε μία από τις αυξήσεις που έχει υποστεί ένα νοικοκυριό σε τρόφιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και στέγαση.
Τα 1.000 ευρώ είναι ακόμη πολιτικό σενάριο
Ο νόμιμος κατώτατος μισθός βρίσκεται από την 1η Απριλίου 2026 στα 920 ευρώ, όπως επιβεβαιώνει το Υπουργείο Εργασίας.
Μία αύξηση στα 1.000 ευρώ το 2027 θα αντιστοιχούσε σε ονομαστική ενίσχυση 80 ευρώ ή περίπου 8,7%.
Δεν αποτελεί, όμως, μέχρι στιγμής κυβερνητική απόφαση. Αντίθετα, στην εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού του 2026 είχε καταγραφεί ως στόχος ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 950 ευρώ τον Απρίλιο του 2027. Το ποσό των 1.000 ευρώ είναι επομένως ένα νεότερο και σαφώς πιο φιλόδοξο –αλλά ακόμη ανεπιβεβαίωτο– σενάριο.
Το 2027 θα είναι η τελευταία χρονιά της μεταβατικής διαδικασίας. Από το 2028 προβλέπεται αυτόματη αναπροσαρμογή με μαθηματικό τύπο που θα συνυπολογίζει τον πληθωρισμό για το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών και το μισό της μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών. Ο μηχανισμός και η μεταβατική περίοδος περιγράφονται αναλυτικά από το Υπουργείο Εργασίας.
Οι 53.084 θέσεις που δεν λένε όλη την αλήθεια
Το κυβερνητικό αφήγημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ για τον Μάιο του 2026.
Το συνολικό ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων ήταν θετικό κατά 132.730 θέσεις. Από αυτές, οι 34.205 αφορούσαν ηλικίες 15–24 ετών και οι 18.879 ηλικίες 25–29 ετών.
Οι νέοι έως 29 ετών αντιστοιχούσαν επομένως σε 53.084 θέσεις, περίπου στο 40% του θετικού μηνιαίου ισοζυγίου.
Τα στοιχεία είναι πραγματικά. Η ερμηνεία τους χρειάζεται προσοχή.
Η ΕΡΓΑΝΗ καταγράφει ροές προσλήψεων και αποχωρήσεων μέσα σε έναν συγκεκριμένο μήνα. Δεν καταγράφει 53.084 μόνιμες θέσεις που δημιουργήθηκαν και θα διατηρηθούν σε βάθος χρόνου.
Ο Μάιος είναι επίσης μήνας μαζικής προετοιμασίας για την τουριστική περίοδο. Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι η απασχόληση στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονες εποχικές διακυμάνσεις και αυξάνεται τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω του τουρισμού.
Για να αποδειχθεί ότι υπάρχει πραγματική ανανέωση του εργατικού δυναμικού, χρειάζονται επιπλέον στοιχεία: πόσες συμβάσεις είναι αορίστου χρόνου, πόσες πλήρους απασχόλησης, σε ποιους κλάδους έγιναν οι προσλήψεις, ποιοι είναι οι μισθοί και πόσες θέσεις διατηρούνται μετά το τέλος της θερινής περιόδου.
Η ανεργία των νέων παραμένει στο 19,5%
Η συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί. Τον Ιούνιο του 2026 η ανεργία υποχώρησε στο 8%, από 9,2% έναν χρόνο νωρίτερα.
Στις ηλικίες 15–24 ετών, όμως, το ποσοστό ανεργίας ήταν 19,5%, έναντι 18,6% τον Ιούνιο του 2025. Δηλαδή, την ώρα που το γενικό ποσοστό μειωνόταν, η ανεργία των νέων εμφάνιζε ετήσια αύξηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την Ευρώπη. Το 2025 η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης πρόσφατων αποφοίτων στην ΕΕ: μόλις 62,4%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 83%.
Παράλληλα, περισσότερο από το 13% των νέων 15–29 ετών στην Ελλάδα δεν εργαζόταν ούτε συμμετείχε σε εκπαίδευση ή κατάρτιση. Η χώρα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο την τελευταία δεκαετία, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στις χειρότερες επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή είναι η πραγματική «δεξαμενή αδράνειας» που καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση.
Όχι με εποχικές προσλήψεις και προγράμματα περιορισμένης διάρκειας, αλλά με σταθερή εργασία, αξιοπρεπείς μισθούς, συλλογικές συμβάσεις και πραγματική σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή.
Το «Σπίτι μου 3» δεν δημιουργεί από μόνο του σπίτια
Ένα νέο πρόγραμμα χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων μπορεί να βοηθήσει χιλιάδες οικογένειες να αποκτήσουν κατοικία.
Δεν αυξάνει, όμως, αυτομάτως το στεγαστικό απόθεμα.
Η επιδότηση επιτοκίου ενισχύει τη ζήτηση για τα ήδη διαθέσιμα ακίνητα. Για να αυξηθεί η προσφορά απαιτούνται νέα σπίτια, ανακαινίσεις κλειστών κατοικιών, κοινωνική στέγαση και αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων.
Ακόμη και η τότε αρμόδια υπουργός είχε αναγνωρίσει ότι κατά την έναρξη του πρώτου «Σπίτι μου» οι ζητούμενες τιμές παρουσίασαν άνοδο και ότι η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στην αύξηση της προσφοράς.
Το ζήτημα είναι κρίσιμο, καθώς το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα δαπανούσε το 2024 τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για κατοικία – το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το πραγματικό τεστ της ΔΕΘ
Η μείωση των εισφορών μπορεί να βοηθήσει. Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι αναγκαία. Η φορολογική στήριξη των οικογενειών και η διευκόλυνση αγοράς κατοικίας έχουν κοινωνική αξία.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι πόσα μέτρα θα χωρέσουν στην ομιλία της ΔΕΘ.
Είναι πόσα θα εφαρμοστούν, ποιο θα είναι το πραγματικό όφελος μετά τον πληθωρισμό και πόσες σταθερές, πλήρους απασχόλησης και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις θα παραμείνουν όταν κλείσει η τουριστική περίοδος.
Γιατί η απασχόληση δεν τονώνεται με τίτλους και αθροίσματα ενός καλού μήνα.
Μετριέται από το εάν ο νέος εργαζόμενος μπορεί να ζήσει από τον μισθό του, να νοικιάσει ή να αγοράσει σπίτι και να σχεδιάσει τη ζωή του χωρίς να περιμένει κάθε Σεπτέμβριο το επόμενο πακέτο υποσχέσεων.

