Στην Ελλάδα δεν απέτυχε ποτέ κάποιος «καλός καπιταλισμός» επειδή τάχα δεν βρήκε τις σωστές συνθήκες. Απέτυχε γιατί αυτός ο τόπος δεν απέκτησε ποτέ πραγματική αστική τάξη. Δεν απέκτησε ποτέ ένα στρώμα με παραγωγική συνείδηση, εθνική ευθύνη, κοινωνική παιδεία και ιστορικό μέτρο. Αντί γι’ αυτό, παρέδωσε το κράτος, την οικονομία, τους θεσμούς και τελικά την ίδια τη χώρα σε μια διαχρονική παρασιτική ολιγαρχία: κοτζαμπάσηδες, μεσάζοντες, κρατικοδίαιτους εργολάβους, λαδέμπορους, μαυραγορίτες, μιντιάρχες, πολιτικούς υπηρέτες και κάθε λογής κηφήνες της εξάρτησης.
Αυτή η κάστα δεν δημιούργησε ποτέ πλούτο για τη χώρα· δημιούργησε μόνο μηχανισμούς για να τον αρπάζει. Δεν υπηρέτησε ποτέ πατρίδα· υπηρέτησε μόνο τα σαλόνια της, τα συμβόλαιά της, τους προστάτες της και τις μπίζνες της. Και το πιο εξοργιστικό είναι ότι αυτό το συνονθύλευμα ιδιοτέλειας, χυδαιότητας και ιστορικής αλητείας βαφτίστηκε “αστική τάξη”, για να κάνει μάθημα ήθους σε έναν λαό που τον λήστεψε, τον ταπείνωσε και τον χρεοκόπησε ξανά και ξανά.
Το κράτος γεννήθηκε και έπεσε στα χέρια των κοτζαμπάσηδων
Η μεγάλη ελληνική κατάρα δεν είναι ότι η χώρα ήταν φτωχή. Είναι ότι από τα γεννοφάσκια της παραδόθηκε στους λάθος ανθρώπους. Η μόνη αυθεντική αστική τάξη που θα μπορούσε να δώσει στο νέο κράτος πνοή, ορίζοντα, παραγωγή και θεσμική σοβαρότητα — οι Έλληνες των κοινοτήτων της διασποράς, της Μικράς Ασίας, της Αιγύπτου, της Τεργέστης, της Μασσαλίας, της Μολδοβλαχίας — πετάχτηκε στην άκρη.
Και ποιοι έμειναν; Οι κοτζαμπάσηδες, οι τοπικοί νταβατζήδες της εξουσίας, οι μεσάζοντες των ξένων, οι επαγγελματίες πατριδοκάπηλοι και οι διαχειριστές του δημοσίου ως ιδιωτικού κτήματος. Αυτοί που δεν είδαν ποτέ το κράτος ως εργαλείο εθνικής ανόρθωσης, αλλά ως λάφυρο. Ως φέουδο. Ως ταμείο για να σιτίζονται οι ίδιοι, τα σόγια τους, οι πελάτες τους και οι προστάτες τους.
Από εκεί αρχίζει το έγκλημα. Και από εκεί ξεκινά και η απάντηση στο γιατί η Ελλάδα δεν έγινε ποτέ κανονικό κράτος: γιατί το τιμόνι το κράτησαν εξαρχής άνθρωποι που μισούσαν τη λογοδοσία, περιφρονούσαν την κοινωνία και προσκυνούσαν μόνο το συμφέρον τους.
Από τον μαυραγοριτισμό στα ΕΣΠΑ: η ίδια αλητεία με καινούργιο κοστούμι
Μη γελιέται κανείς. Οι μορφές αλλάζουν, η σαπίλα μένει ίδια. Μετά τον πόλεμο, μετά την Κατοχή, μετά τον Εμφύλιο, μετά τη Χούντα, μετά τη Μεταπολίτευση, μετά την “Ευρώπη”, μετά τα μνημόνια, οι ίδιοι άνθρωποι — ή οι πολιτικοί, οικονομικοί και οικογενειακοί τους επίγονοι — βρίσκονται πάντα στην κορυφή της πυραμίδας.
Λαδέμποροι, δοσίλογοι, μαυραγορίτες, εργολάβοι της αρπαχτής, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, καναλάρχες-μπράβοι, δήθεν ευυπόληπτοι παράγοντες, “θεσμικοί” διαπλεκόμενοι, πανεπιστημιακοί τροχονόμοι του συστήματος, πολιτιστικοί αυλοκόλακες, επαγγελματίες ξεπλύματος και πρόθυμοι δικαιολογητές της παρακμής. Αυτή είναι η δήθεν “αστική τάξη” της χώρας.
Στο Σχέδιο Μάρσαλ, στις δουλειές με τη Χούντα, στα πακέτα Ντελόρ, στα ΕΣΠΑ, στο χρηματιστηριακό πλιάτσικο του 1999, στις ιδιωτικοποιήσεις, στα μνημόνια, η ίδια συμμορία έκανε πάρτι. Κάθε εθνική κρίση για αυτούς ήταν ευκαιρία. Κάθε ιστορική καταστροφή ήταν νέα μπίζνα. Κάθε κοινωνική διάλυση γινόταν αναβάθμιση του κύρους τους. Ο λαός μάτωνε, η χώρα ξεπουλιόταν, οι θεσμοί σαπίζανε, κι αυτοί συνέχιζαν να μιλούν για “μεταρρυθμίσεις”, “ευθύνη”, “σταθερότητα” και “εθνική σοβαρότητα”.
Η μόνη τάξη που δεν πλήρωσε ποτέ στην Ελλάδα είναι αυτή που φταίει περισσότερο.
Βεβηλώνουν ακόμα και την Ιστορία, γιατί δεν έχουν τίποτα ιερό
Το χειρότερο με αυτή την εγχώρια ολιγαρχία δεν είναι μόνο ότι κλέβει. Είναι ότι δεν σέβεται τίποτα. Ούτε μνήμη. Ούτε θυσία. Ούτε τόπο. Ούτε Ιστορία. Πατά πάνω στα κόκαλα των νεκρών και φωτογραφίζεται με ύφος εθνικού μεγαλείου, σαν να της ανήκουν οι αγώνες που ποτέ δεν έδωσε.
Η σκηνή στην Αρεόπολη, στα ιερά χώματα της Μάνης, δεν ήταν ένα απλό αισθητικό ατόπημα. Δεν ήταν μια “άτυχη εικόνα”. Ήταν η συμπύκνωση όλης της μεταπολιτευτικής παρακμής σε ένα καρέ: τσαντάκι-τσαρούχι, φολκ επιτήδευση, αέρας Φιλοθέης, ναρκισσισμός, επίδειξη, χυδαία κατανάλωση της εθνικής μνήμης ως αξεσουάρ δημοσίων σχέσεων.
Εκεί ακριβώς φαίνεται η διαφορά. Από τη μια, οι γυναίκες της Μάνης, η Πανώρια, η Θερασερή, οι άγνωστες αγωνίστριες του Δυρού, η Δόμνα Βισβίζη, οι λησμονημένες γυναίκες της λευτεριάς — μορφές φτιαγμένες από σίδερο, πείσμα και ψυχή. Από την άλλη, οι πομφόλυγες του σήμερα: φτιασιδωμένες βιτρίνες εξουσίας, εκμαυλισμένες οδαλίσκες του Μαμωνά, κενές φιγούρες που μιλούν για πατρίδα λες και διαφημίζουν επώνυμο αξεσουάρ.
Αυτοί δεν έχουν σχέση με την Πατρίδα. Έχουν σχέση μόνο με τη χρήση της.
Δεν έχουμε αστική τάξη.
Έχουμε μια παρασιτική συνομοταξία αρπακτικών που ντύθηκε “ελίτ”, άρπαξε το κράτος και το πίνει σαν αίμα εδώ και διακόσια χρόνια.
Δεν είναι οι εκσυγχρονιστές του τόπου.
Είναι οι νεκροθάφτες του.
Δεν είναι θεματοφύλακες της πατρίδας.
Είναι οι πλασιέ της.
Δεν είναι οι άριστοι.
Είναι οι πιο καλοταϊσμένοι κληρονόμοι της εξάρτησης, της διαπλοκής και της εθνικής ταπείνωσης.
Και όσο αυτός ο εσμός παριστάνει τον τιμητή, η χώρα θα σαπίζει κάτω από το λούστρο του.
Δεν χρειάζονται άλλες αυταπάτες.
Ούτε άλλες υποκλίσεις.
Ούτε άλλη ανοχή.
Χρειάζεται πολιτική, ηθική και ιστορική εκκαθάριση του ψεύδους τους.
Γιατί πατρίδα με κοτζαμπάσηδες για προστάτες και τρωκτικά για ελίτ, δεν στέκεται όρθια.
Σέρνεται.


