Οι τράπεζες διασώθηκαν, η δημόσια περιουσία εκποιήθηκε και η κοινωνία φορτώθηκε ένα βουνό χρεών. Το ερώτημα πλέον δεν είναι τι έγινε, αλλά αν οι πολίτες θα το επιτρέψουν ξανά.
Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια ζητούν από τον ελληνικό λαό να πιστέψει ότι οι θυσίες του ήταν αναγκαίες για να «σωθεί η χώρα».
Μόνο που η χώρα δεν σώθηκε με τον τρόπο που υποσχέθηκαν. Οι πολίτες έχασαν εισοδήματα, σπίτια, επιχειρήσεις και δικαιώματα. Αντίθετα, το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε επανειλημμένα με δημόσιους πόρους, οι ζημιές μεταφέρθηκαν στην κοινωνία και όσοι είχαν την πολιτική ευθύνη συνέχισαν να εμφανίζονται ως σωτήρες.
Ιδιωτικά κέρδη όταν όλα πήγαιναν καλά. Δημόσιες ζημιές όταν το οικοδόμημα κατέρρευσε.
Αυτή ήταν η ελληνική «διάσωση».
Η Ισλανδία προστάτευσε τους καταθέτες, όχι τους τραπεζίτες
Το παράδειγμα της Ισλανδίας δεν πρέπει να παρουσιάζεται απλουστευτικά, αλλά παραμένει αποκαλυπτικό. Η χώρα άφησε τις υπερδιογκωμένες τράπεζές της να καταρρεύσουν, προστάτευσε με κρατική εγγύηση τους εγχώριους καταθέτες, διαχώρισε τις υγιείς εγχώριες δραστηριότητες από τα προβληματικά στοιχεία και περιόρισε τη μεταφορά των ιδιωτικών ζημιών στον κρατικό προϋπολογισμό. Τραπεζικά στελέχη ερευνήθηκαν, δικάστηκαν και σε αρκετές περιπτώσεις καταδικάστηκαν. Το ΔΝΤ περιγράφει την εγγύηση των εγχώριων καταθέσεων και τον περιορισμό της κοινωνικοποίησης των τραπεζικών ζημιών.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η πολιτική επιλογή ήταν διαφορετική: οι τράπεζες διασώθηκαν, όμως χιλιάδες πολίτες συνέχισαν να βρίσκονται αντιμέτωποι με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Οι τραπεζικοί ισολογισμοί «καθάρισαν». Οι ζωές των δανειοληπτών όχι.
Οι αριθμοί χρειάζονται ακρίβεια – και η αλήθεια είναι ήδη συντριπτική
Το ελληνικό χρέος είναι τόσο μεγάλο, ώστε δεν χρειάζεται ούτε υπερβολές ούτε μπέρδεμα διαφορετικών μεγεθών.
Στο τέλος του 2025:
- Το ακαθάριστο χρέος της κεντρικής διοίκησης ανερχόταν σε 406,181 δισ. ευρώ.
- Το χρέος της γενικής κυβέρνησης, δηλαδή το συγκρίσιμο ευρωπαϊκό μέγεθος, διαμορφωνόταν σε 362,925 δισ. ευρώ.
- Αντιστοιχούσε στο 146,1% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ΟΔΔΗΧ, Eurostat.
Το ποσό των 235,6 δισ. ευρώ δεν αποτυπώνει ολόκληρο το ιδιωτικό χρέος. Αφορά τις ληξιπρόθεσμες ιδιωτικές οφειλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία είχε φτάσει τα 407,6 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονταν σε 73,9 δισ. ευρώ. Στοιχεία ΙΟΒΕ.
Οι αριθμοί δεν ζαλίζουν απλώς. Περιγράφουν μια χώρα στην οποία κράτος, νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένουν δεμένα σε ένα καθεστώς μόνιμης οικονομικής επιτήρησης.
Ξεπούλησαν περιουσία που μπορούσε να παράγει έσοδα
Αντί το Δημόσιο να αξιοποιήσει στρατηγικά την περιουσία του και να εξασφαλίζει σταθερά έσοδα για τις επόμενες γενιές, κυβερνήσεις παρουσίασαν τις εκποιήσεις ως μονόδρομο.
Λιμάνια, αεροδρόμια, εκτάσεις, υποδομές και δημόσια ακίνητα πέρασαν σε ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος εισέπραξε πρόσκαιρα ποσά, αλλά έχασε περιουσιακά στοιχεία, έλεγχο και μελλοντικά έσοδα.
Το χρέος παρέμεινε. Η δημόσια περιουσία περιορίστηκε. Οι πολίτες κλήθηκαν ξανά να πληρώσουν.
Παράλληλα, ένα κλειστό πολιτικό και οικονομικό σύστημα συνέχισε να αναπαράγεται: κομματικοί μηχανισμοί, προνομιούχοι επιχειρηματικοί όμιλοι, μονοπώλια και πρόσωπα που μετακινούνται από την εξουσία στα διοικητικά συμβούλια και από τα δημόσια αξιώματα στις καλοπληρωμένες θέσεις.
Θα ξεχάσουμε ξανά;
Κάθε φορά πριν από τις εκλογές, οι ίδιοι ζητούν «σταθερότητα». Δεν εξηγούν, όμως, για ποιον.
Σταθερότητα για τις τράπεζες, τα funds και τα καρτέλ; Ή ασφάλεια για την οικογένεια που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της;
Σταθερότητα για το κομματικό κράτος; Ή αξιοπρέπεια για τη νέα γενιά που κληρονομεί χρέη, χαμηλούς μισθούς και μια χώρα με λιγότερη δημόσια περιουσία;
Η λήθη είναι το ισχυρότερο όπλο του συστήματος. Η μνήμη είναι η δύναμη του πολίτη.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα χρεώθηκε. Αυτό αποδεικνύεται από τους αριθμούς. Το ερώτημα είναι αν ο ελληνικός λαός θα εμπιστευτεί ξανά εκείνους που διαχειρίστηκαν αυτή την πορεία ή αν θα δώσει δύναμη σε μια νέα πολιτική πρόταση.

