Για δεκαετίες, η ελληνική διπλωματία διατήρησε λειτουργικά κανάλια με την Ιράν: ενέργεια, ναυτιλία, εμπόριο, πολιτιστικές γέφυρες, ακόμη και περιθώρια άτυπης διαμεσολάβησης εντός Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, το βάρος έχει μετακινηθεί: η Ελλάδα επενδύει σε σταθερή στρατηγική σύμπραξη με το Ισραήλ (και σε τριμερή/πολυμερή σχήματα στην Ανατολική Μεσόγειο), με αιχμή την ασφάλεια και την ενέργεια. Το ερώτημα δεν είναι αν η στροφή έγινε. Είναι πόσο κοστίζει σε διπλωματική ευελιξία, σε κινδύνους περιφερειακής κλιμάκωσης και σε ενεργειακή ανθεκτικότητα — και αν υπάρχει σαφής δημόσια λογοδοσία για τις επιλογές.
Τι κερδίσαμε
- Στρατηγικό βάθος αποτροπής: αναβάθμιση διμερούς συνεργασίας σε επίπεδο ασκήσεων, τεχνογνωσίας, επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας και ανταλλαγής αξιολογήσεων κινδύνου.
- Ενεργειακή γεωοικονομία: θέση της Ελλάδας ως δυνητικού “διαδρόμου” υποδομών/διασυνδέσεων προς την ευρωπαϊκή αγορά, με ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου.
- Συμμαχική προβλεψιμότητα: πιο καθαρό στίγμα σε δυτικές αρχιτεκτονικές ασφάλειας, κάτι που συχνά μεταφράζεται σε πολιτικό κεφάλαιο σε κρίσεις.
Τι χάσαμε
- Ρόλο διαύλου: όσο βαθαίνει η στρατηγική ταύτιση, τόσο στενεύει η αξιοπιστία της Αθήνας ως διακριτικού μεσολαβητή προς την Τεχεράνη.
- Διπλωματική ευελιξία: μικρότερο περιθώριο “εξισορρόπησης” απέναντι σε τρίτους δρώντες που βλέπουν το Ισραήλ ως βασικό αντίπαλο.
- Έκθεση σε κλιμάκωση: αυξημένο ρίσκο για ναυτιλία/ασφάλεια κρίσιμων υποδομών/ενεργειακές ροές όταν η περιοχή εισέρχεται σε κύκλους έντασης Ισραήλ–Ιράν.
Τι πρέπει να απαντηθεί
- Ποια είναι η εθνική στοχοθεσία (ασφάλεια, ενέργεια, διπλωματία) και ποιο το μετρήσιμο όφελος ανά άξονα;
- Πώς διαχειρίζεται η χώρα το ρίσκο αντιποίνων ή παράπλευρων επιπτώσεων σε ναυτιλία/τουρισμό/υποδομές;
- Ποια είναι η στρατηγική ενεργειακής ανθεκτικότητας σε περιβάλλον κυρώσεων, αβεβαιότητας και κρίσεων εφοδιασμού;
Από τις σχέσεις “χρησιμότητας” στη στρατηγική αρχιτεκτονική
Η ελληνική σχέση με το Ιράν, ιστορικά, δεν ήταν “ιδεολογική συμμαχία”. Ήταν κατά κανόνα σχέση χρησιμότητας: ενεργειακός εφοδιασμός σε δύσκολες συγκυρίες, εμπορικά και ναυτιλιακά συμφέροντα, πολιτιστικές επαφές, και —σε ορισμένες περιόδους— η αίσθηση ότι η Αθήνα μπορεί να λειτουργεί ως δίαυλος χαμηλής έντασης μέσα σε ευρωπαϊκά πλαίσια.
Η μετατόπιση προς το Ισραήλ δεν συνιστά απλώς αλλαγή “φίλων”. Συνιστά αλλαγή μοντέλου εξωτερικής πολιτικής: από ένα σχήμα πολλαπλών ισορροπιών σε ένα σχήμα δομημένων εταιρικών σχέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου ασφάλεια και ενέργεια συνδέονται οργανικά. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία: η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού, όπου ο έλεγχος θαλάσσιων ζωνών, οι ενεργειακές υποδομές, οι διασυνδέσεις και η τεχνολογική υπεροχή αποτελούν στοιχεία ισχύος.
Το κρίσιμο: κέρδη χωρίς στρατηγική λογοδοσία δεν αρκούν
Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να παράγει χειροπιαστή αξία: αναβάθμιση ικανοτήτων, ταχύτερη πρόσβαση σε τεχνογνωσία, περιφερειακή δικτύωση. Όμως, σε θεσμικούς όρους, κάθε “κεκτημένο” πρέπει να συνοδεύεται από καθαρή στρατηγική λογοδοσία:
- ποιοι είναι οι στόχοι,
- ποιοι οι κίνδυνοι,
- ποια τα αντίμετρα,
- ποια τα όρια εμπλοκής,
- ποια η πρόβλεψη για το “κακό σενάριο”.
Διότι το κόστος της στροφής δεν είναι θεωρητικό. Είναι κόστος έκθεσης: σε περιφερειακές αναφλέξεις, σε επιπτώσεις στην εμπορική ναυτιλία, σε πιθανές ασύμμετρες απειλές (κυβερνοχώρος, κρίσιμες υποδομές), αλλά και σε μείωση διπλωματικών επιλογών σε στιγμές που η χώρα θα ήθελε να μιλά “και με τους δύο” για να προστατεύσει ζωτικά συμφέροντα.
Ενέργεια: το πεδίο όπου η γεωπολιτική γίνεται άμεσα “λογαριασμός”
Η ενεργειακή διάσταση λειτουργεί ως επιταχυντής: αφενός ως ευκαιρία διασυνδέσεων και γεωοικονομικού ρόλου, αφετέρου ως πεδίο όπου οι αποφάσεις έχουν άμεσο αποτύπωμα σε τιμές, ασφάλεια εφοδιασμού και ανθεκτικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα οφείλει να τεκμηριώνει δημόσια ότι η στρατηγική της:
- μειώνει την τρωτότητα,
- δεν δημιουργεί μονομερείς εξαρτήσεις,
- προβλέπει εναλλακτικές σε περίπτωση κλιμάκωσης,
- και δεν υποτιμά τον παράγοντα κυρώσεων/περιορισμών που επηρεάζουν αγορές και μεταφορές.
Ερωτήματα (θεσμικά) προς ΥΠΕΞ / ΥΠΕΘΑ / ΥΠΕΝ
- (ΥΠΕΞ) Ποιο είναι το επίσημο πλαίσιο στόχων της ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής συνεργασίας (ασφάλεια–ενέργεια–διπλωματία) και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν καταγραφεί ανά άξονα την τελευταία πενταετία;
- (ΥΠΕΞ) Ποιες δικλείδες έχουν τεθεί ώστε η Ελλάδα να διατηρεί λειτουργικά κανάλια επικοινωνίας με την Τεχεράνη για ζητήματα ναυτιλίας, προξενικής προστασίας, πολιτιστικών/ανθρωπιστικών θεμάτων και αποκλιμάκωσης σε περιφερειακές κρίσεις;
- (ΥΠΕΘΑ) Ποια είναι τα όρια και οι κανόνες εμπλοκής της αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ, ώστε να διασφαλίζεται ότι η Ελλάδα δεν αποκτά επιχειρησιακές/πολιτικές δεσμεύσεις πέραν των εθνικών συμφερόντων και των διεθνών της υποχρεώσεων;
- (ΥΠΕΘΑ) Ποια είναι η αξιολόγηση κινδύνου (risk assessment) για απειλές σε κρίσιμες υποδομές και θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας σε σενάριο κλιμάκωσης Ισραήλ–Ιράν, και ποια συγκεκριμένα μέτρα ετοιμότητας εφαρμόζονται;
- (ΥΠΕΝ) Ποιο είναι το επικαιροποιημένο σχέδιο ενεργειακής ανθεκτικότητας της χώρας (εναλλακτικές ροές, αποθέματα, υποκατάσταση, προστασία υποδομών) και πώς εντάσσεται σε αυτό η στρατηγική συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο;
Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται από την “ορθότητα προθέσεων”, αλλά από τη διαχείριση κινδύνου και τη θεσμική λογοδοσία. Η στροφή προς μια στρατηγική σύμπραξη με το Ισραήλ μπορεί να είναι επιλογή ισχύος. Όμως, χωρίς σαφή δημόσια απάντηση για τα οφέλη, τα όρια και τα αντίμετρα, μετατρέπεται σε επιλογή αυξημένης έκθεσης. Και αυτό —σε μια περιοχή που αλλάζει ταχύτατα— είναι κόστος που δεν μπορεί να μένει εκτός ελέγχου.

