Όταν ο καφές φίλτρου κοστίζει 8,65 ευρώ παντού, η κυβέρνηση βλέπει… σύμπτωση και συγκρίνει τον πληθωρισμό με την Ευρώπη
Ο δημοσιογράφος Στέλιος Νικητόπουλος μπήκε στην πλατφόρμα «Πόσο Κάνει» και αναζήτησε τον φθηνότερο καφέ φίλτρου.
Το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακό.
Επτά διαφορετικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ πωλούσαν το προϊόν ακριβώς στην ίδια τιμή: 8,65 ευρώ.
Ούτε ένα λεπτό πάνω. Ούτε ένα λεπτό κάτω.
Μπορεί να είναι η απόλυτη λειτουργία του περίφημου «αόρατου χεριού της αγοράς».
Μπορεί, όμως, να είναι και ένα μοτίβο που αξίζει να ελεγχθεί από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πίσω από την απόλυτη ταύτιση των τιμών υπάρχει συντονισμένη πρακτική.
Διότι κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να καταδικάσει επιχειρήσεις χωρίς αποδείξεις.
Αλλά και καμία σοβαρή κυβέρνηση δεν μπορεί να βλέπει επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις και να απαντά με γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Ιδίως σε μια αγορά εξαιρετικά συγκεντρωμένη, όπου πέντε μεγάλοι όμιλοι φέρεται να ελέγχουν περίπου το 71% και περισσότερα από 180 καταστήματα μικρότερων αλυσίδων άλλαξαν χέρια από το 2022 έως το 2025, περνώντας στους ισχυρότερους παίκτες.
Το ερώτημα προς την κυβέρνηση ήταν απλό:
Θα χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα της εφαρμογής και εξειδικευμένοι αλγόριθμοι, ώστε να εντοπίζονται αυτόματα ύποπτα μοτίβα τιμολόγησης;
Ίδιες τιμές σε διαφορετικές αλυσίδες.
Ταυτόχρονες αυξήσεις ίδιου ύψους.
Πανομοιότυπες μεταβολές.
Ανατιμήσεις λίγο πριν από υποτιθέμενες προσφορές.
Ρωτήθηκε, επίσης, αν ο πολίτης θα μπορεί κάποτε να βλέπει ολόκληρη τη διαδρομή της τιμής:
Πόσο πούλησε ο παραγωγός.
Πόσο κόστισε στην αποθήκη.
Πόσο στη χονδρική.
Πόσο στη βιομηχανία ή στον μεσάζοντα.
Και πόσο τελικά έφτασε στο ράφι.
Για να μπορεί ο καταναλωτής να διαπιστώνει σε ποιο ακριβώς στάδιο απογειώνεται η τιμή και ποιος αποκομίζει το μεγαλύτερο περιθώριο.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν επιτέθηκε στον δημοσιογράφο.
Δεν χρειαζόταν.
Επιστράτευσε κάτι αποτελεσματικότερο: εννέα καλοδουλεμένες τεχνικές αποφυγής της ουσίας.
1. Το μεγάλο «ναι» που δεν δεσμεύει κανέναν
Στην ερώτηση για τη χρήση αλγορίθμων απάντησε:
«Ναι. Αυτός είναι ακριβώς και ένας από τους λόγους που αναβαθμίστηκε η εφαρμογή».
Μια απάντηση που ακούγεται θετική, σύγχρονη και αποφασιστική.
Μόνο που δεν συνοδεύτηκε από καμία συγκεκριμένη πληροφορία.
Δεν είπε αν οι αλγόριθμοι λειτουργούν ήδη.
Δεν είπε ποια μοτίβα αναζητούν.
Δεν είπε ποια υπηρεσία αξιοποιεί τα ευρήματα.
Δεν είπε πόσοι έλεγχοι προέκυψαν.
Δεν είπε αν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε ύποπτη πρακτική.
Δεν είπε καν αν θα ελεγχθεί η συγκεκριμένη περίπτωση του καφέ φίλτρου.
Είπε «ναι» σε όλα, χωρίς να δεσμευτεί για τίποτα.
2. Η ευθύνη μεταφέρθηκε στις «αρμόδιες Αρχές»
Ο εκπρόσωπος επισήμανε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη αθέμιτης πρακτικής ούτε να επιβάλει πρόστιμα.
Προφανώς.
Κανείς δεν του ζήτησε να εγκαταλείψει την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών και να μετατραπεί σε μονοπρόσωπη Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Η ερώτηση ήταν τι μηχανισμούς θα δημιουργήσει και θα ενεργοποιήσει η κυβέρνηση, ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν εγκαίρως αξιόπιστα δεδομένα και να διενεργούν στοχευμένους ελέγχους.
Η κυβέρνηση, όμως, εξαφανίστηκε πίσω από τις ανεξάρτητες αρχές.
Σαν να μην είναι δική της ευθύνη η θεσμική, τεχνολογική και στελεχιακή ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.
3. Κατασκεύασε μια κατηγορία που κανείς δεν διατύπωσε
«Δεν θέλουμε να τσουβαλιάσουμε τις επιχειρήσεις», είπε.
Ποιος ζήτησε να τσουβαλιαστούν όλες οι επιχειρήσεις;
Ποιος είπε ότι κάθε κοινή τιμή αποτελεί αυτομάτως απόδειξη καρτέλ;
Το αίτημα ήταν να ελέγχονται συγκεκριμένα μοτίβα που ενδέχεται να αποτελούν ενδείξεις συντονισμένης συμπεριφοράς.
Η τακτική είναι γνωστή.
Κατασκευάζεις μια ακραία και παράλογη θέση.
Την αποδίδεις στον συνομιλητή σου.
Την απορρίπτεις.
Και εμφανίζεσαι ως η ήρεμη, υπεύθυνη και μετριοπαθής πλευρά.
Έτσι δεν απαντάς ποτέ στην πραγματική ερώτηση.
4. Άλλο ρωτήθηκε, άλλο παρουσιάστηκε ως απάντηση
Στην ερώτηση για τη δημοσιοποίηση της διαδρομής διαμόρφωσης της τιμής, η απάντηση ήταν:
«Αυτό ήδη γίνεται».
Πού ακριβώς γίνεται;
Σε ποια εφαρμογή μπορεί ο πολίτης να δει πόσα πήρε ο παραγωγός, πόσο πούλησε ο χονδρέμπορος, ποιο περιθώριο πρόσθεσε η βιομηχανία και πόσο κέρδισε το σούπερ μάρκετ;
Αντί για αυτά, ο εκπρόσωπος μίλησε για συγκρίσεις των ελληνικών τιμών με τις τιμές άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Μόνο που πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Άλλο η σύγκριση της τελικής τιμής στην Αθήνα και στο Βερολίνο.
Και άλλο η αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ένα προϊόν που ξεκίνησε από τον παραγωγό σε μια συγκεκριμένη τιμή κατέληξε πολλαπλάσια ακριβότερο στο ελληνικό ράφι.
Η ερώτηση ήταν:
Ποιος προσθέτει πόσο;
Η απάντηση ήταν:
Πόσο κοστίζει στο εξωτερικό;
Και κάπως έτσι το κρίσιμο ερώτημα εξαφανίστηκε.
5. Από την αισχροκέρδεια στον… πληθωρισμό
Όταν η συζήτηση άρχισε να γίνεται επικίνδυνα συγκεκριμένη, μεταφέρθηκε στον πληθωρισμό των τροφίμων και στη σύγκριση Ελλάδας και Ευρώπης.
Πρόκειται για την αγαπημένη κυβερνητική έξοδο κινδύνου.
Μόνο που άλλο είναι το ύψος των τιμών και άλλο ο ρυθμός αύξησής τους.
Ένα προϊόν μπορεί να έχει ήδη γίνει πανάκριβο και τον επόμενο μήνα να αυξηθεί λιγότερο.
Αυτό δεν το κάνει φθηνό.
Ούτε προσιτό.
Ούτε σημαίνει ότι ο πολίτης ανακουφίστηκε.
Αν ένα προϊόν έφτασε από τα πέντε στα δέκα ευρώ και στη συνέχεια η τιμή του έμεινε σχεδόν σταθερή, ο πληθωρισμός μπορεί να εμφανίζεται μειωμένος.
Το προϊόν, όμως, εξακολουθεί να κοστίζει δέκα ευρώ.
Ο καταναλωτής δεν αγοράζει ποσοστά μεταβολής.
Πληρώνει ευρώ στο ταμείο.
6. Τα βασικά αγαθά βαφτίστηκαν «μερικά προϊόντα»
Όταν αναφέρθηκαν οι υψηλές τιμές σε γαλακτοκομικά και βρεφικό γάλα, η απάντηση ήταν:
«Δεν μπορεί να κριθεί μία χώρα από ένα, δύο, τρία ή πέντε προϊόντα».
Το βρεφικό γάλα, λοιπόν, θεωρείται μια ασήμαντη στατιστική λεπτομέρεια.
Ένα προϊόν απολύτως αναγκαίο για χιλιάδες οικογένειες υποβαθμίζεται σε «μεμονωμένο παράδειγμα», επειδή χαλάει τη γενική εικόνα που θέλει να παρουσιάσει η κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη σύγκριση με την Ευρώπη όπως ο ταχυδακτυλουργός χρησιμοποιεί την τράπουλα.
Όταν τη συμφέρει ο γενικός πληθωρισμός, δείχνει τον γενικό πληθωρισμό.
Όταν δεν τη συμφέρει, περνά στον πληθωρισμό τροφίμων.
Όταν δυσκολεύεται και εκεί, επιλέγει συγκεκριμένο μήνα.
Όταν ο μήνας δεν βολεύει, αλλάζει χρονική περίοδο.
Και όταν εμφανίζονται βασικά προϊόντα στα οποία η Ελλάδα έχει εξαιρετικά δυσμενείς τιμές, τα χαρακτηρίζει «μεμονωμένες περιπτώσεις».
Το επίπεδο της σύγκρισης αλλάζει διαρκώς, μέχρι να βρεθεί εκείνο στο οποίο η κυβέρνηση εμφανίζεται νικήτρια.
7. «Καταλαβαίνουμε τον κόσμο», αλλά δεν αλλάζουμε τίποτα
Ακούστηκαν οι γνωστές φράσεις:
«Δεν πανηγυρίζουμε».
«Υπάρχει πρόβλημα».
«Πιέζονται τα νοικοκυριά».
Πρόκειται για τη ρητορική αναγνώριση της πραγματικότητας, η οποία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πολιτική ευθύνη.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι κατανοεί την πίεση του πολίτη και αμέσως μετά εξηγεί γιατί η πολιτική της είναι επιτυχημένη.
Σου λέει ότι έχεις δίκιο που δεν βγαίνεις.
Και ταυτόχρονα ότι εκείνη τα έχει καταφέρει περίφημα.
Σε συμπονά, αλλά δεν ευθύνεται.
Σε καταλαβαίνει, αλλά δεν αλλάζει πολιτική.
Αναγνωρίζει το πρόβλημα, αλλά αθωώνει τη διαχείρισή της.
8. Το χρονικό παράθυρο ανοίγει και κλείνει κατά παραγγελία
Ο εκπρόσωπος μίλησε για «τους περισσότερους μήνες», για «μήνες που οι τιμές ξέφυγαν», για «σωρευτικό επίπεδο» και για την περίοδο «από τότε που ξέσπασε ο πληθωρισμός μέχρι σήμερα».
Ποια είναι, τελικά, η συγκεκριμένη περίοδος σύγκρισης;
Δεν έγινε σαφές.
Και μάλλον δεν έπρεπε να γίνει.
Διότι το χρονικό παράθυρο πρέπει να παραμένει ευέλικτο.
Αν δεν συμφέρει ο τελευταίος μήνας, εξετάζουμε το έτος.
Αν δεν συμφέρει το έτος, εξετάζουμε την περίοδο μετά την ενεργειακή κρίση.
Αν δεν συμφέρει η σωρευτική αύξηση, επιστρέφουμε στη μηνιαία μεταβολή.
Τα δεδομένα δεν επιλέγονται για να φωτίσουν την πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα τεμαχίζεται μέχρι να βρεθεί το κομμάτι που βολεύει την κυβερνητική αφήγηση.
9. Η κυβέρνηση αποφασίζει και με ποιο κριτήριο θα κριθεί
«Όταν θέλεις να κρίνεις την πολιτική μιας χώρας, την κρίνεις συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Μόνο που δεν αρκεί να επικαλείσαι την Ευρώπη.
Πρέπει να χρησιμοποιείς σταθερά, διαφανή και συγκρίσιμα κριτήρια.
Δεν μπορείς στα τρόφιμα να επιλέγεις τον ρυθμό αύξησης, ενώ ο πολίτης πληρώνει το πραγματικό επίπεδο της τιμής.
Δεν μπορείς να απομονώνεις έναν ευνοϊκό μήνα και να αγνοείς τη σωρευτική επιβάρυνση ετών.
Δεν μπορείς να μιλάς για ευρωπαϊκούς μέσους όρους και να ξεχνάς ότι η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά σε αγοραστική δύναμη.
Διότι το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι απλώς πόσο κοστίζει ένα προϊόν.
Είναι πόσο κοστίζει σε σχέση με τον μισθό που λαμβάνει ο πολίτης.
Ένα καλάθι τροφίμων μπορεί να είναι ονομαστικά λίγο φθηνότερο από μιας πλουσιότερης χώρας και ταυτόχρονα να είναι πολύ βαρύτερο για το εισόδημα μιας ελληνικής οικογένειας.
Αυτό είναι που εξαφανίζεται από τη συζήτηση:
Η αγοραστική δύναμη.
Το ποσοστό του μισθού που καταναλώνεται στα τρόφιμα.
Τα περιθώρια κέρδους.
Η συγκέντρωση της αγοράς.
Η θέση του παραγωγού.
Η ισχύς των μεσαζόντων.
Οι πραγματικές τιμές των απολύτως βασικών αγαθών.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΕ ΟΛΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΡΩΤΗΘΗΚΕ
Η κυβερνητική απάντηση μπορεί να συνοψιστεί σε λίγες γραμμές:
Το σύστημα λειτουργεί.
Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες.
Δεν πρέπει να κατηγορούμε τις επιχειρήσεις.
Και η Ελλάδα, κάπως, κάπου και σε κάποια χρονική περίοδο, τα πηγαίνει καλύτερα από την Ευρώπη.
Παρέμειναν, όμως, αναπάντητα τα ουσιώδη:
Λειτουργούν σήμερα αλγόριθμοι που ανιχνεύουν πιθανώς συντονισμένες μεταβολές τιμών;
Ποια ακριβώς μοτίβα εξετάζουν;
Πόσοι έλεγχοι έχουν ξεκινήσει από τα δεδομένα της πλατφόρμας;
Θα ελεγχθεί η περίπτωση προϊόντων που πωλούνται στην ίδια ακριβώς τιμή από πολλές διαφορετικές αλυσίδες;
Θα διερευνάται αν ταυτόχρονες και πανομοιότυπες αυξήσεις αποτελούν ένδειξη εναρμονισμένης πρακτικής;
Θα δημοσιοποιείται ολόκληρη η αλυσίδα διαμόρφωσης της τιμής;
Και κυρίως:
Θα μάθει ποτέ ο πολίτης ποιος αγοράζει φθηνά, ποιος πουλά ακριβά και σε ποιο στάδιο εξαφανίζεται το εισόδημά του;
Διότι όσο δεν υπάρχουν καθαρές απαντήσεις, διαφανή δεδομένα και συγκεκριμένοι έλεγχοι, το «αόρατο χέρι της αγοράς» θα συνεχίσει να βάζει το χέρι του βαθιά στην τσέπη του καταναλωτή.
Και η κυβέρνηση θα συνεχίζει να του εξηγεί ότι, στατιστικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να πληρώνει και περισσότερο.

