Όταν η κυβέρνηση περιορίζεται σε επιδόματα και «μέτρα ελεημοσύνης», αφήνοντας ανέγγιχτα τα ολιγοπώλια της ενέργειας, των τραπεζών, των ΜΜΕ και των σούπερ μάρκετ, τότε δεν πολεμά τον πληθωρισμό. Τον διαχειρίζεται.
Η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο – είναι πολιτική επιλογή
Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει την ακρίβεια σαν ένα εισαγόμενο φαινόμενο, σαν μια καταιγίδα που έπεσε πάνω στη χώρα και δεν μπορούσε κανείς να την αποτρέψει. Όμως αυτή είναι η μισή αλήθεια. Και πολλές φορές, η μισή αλήθεια είναι το πιο βολικό ψέμα.
Γιατί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν τροφοδοτείται μόνο από διεθνείς κρίσεις, πολέμους, επιτόκια και ενεργειακές αναταράξεις. Τροφοδοτείται και από εσωτερικές παθογένειες, από κλειστές αγορές, από ολιγοπωλιακές δομές, από ανεπαρκείς ελέγχους, από πολιτική ανοχή και από ένα σύστημα που ξέρει πολύ καλά ποιοι κερδίζουν όταν ο πολίτης χάνει.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα:
Η κυβέρνηση δεν μπορεί ή δεν θέλει να χτυπήσει την ακρίβεια στη ρίζα της;
Διότι τα επιδόματα, τα market pass, τα προσωρινά βοηθήματα και οι επικοινωνιακές ανακοινώσεις δεν είναι πολιτική κατά της ακρίβειας. Είναι παυσίπονα σε έναν οργανισμό που αιμορραγεί. Δεν θεραπεύουν την αιτία. Απλώς καθυστερούν την έκρηξη της κοινωνικής αγανάκτησης.
Η ενέργεια ως μόνιμη πληγή
Πρώτη μεγάλη πληγή είναι η ενέργεια. Εκεί όπου οι πολίτες, τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε λογαριασμούς που έγιναν μηχανισμός αφαίμαξης. Η κυβέρνηση είχε και έχει θεσμικά εργαλεία: ελέγχους, ρυθμιστικές παρεμβάσεις, πλαφόν, φορολόγηση υπερκερδών, αυστηρό έλεγχο πρακτικών στην αγορά.
Το ερώτημα είναι γιατί όλα αυτά είτε έγιναν καθυστερημένα είτε ανεπαρκώς είτε με τρόπο που δεν άλλαξε ουσιαστικά τη σχέση ισχύος ανάμεσα στον καταναλωτή και στους μεγάλους παίκτες της αγοράς.
Όταν η ενέργεια είναι ακριβή, ακριβαίνουν όλα. Το ρεύμα μπαίνει στην παραγωγή, στη μεταφορά, στην αποθήκευση, στο εμπόριο. Από το εργοστάσιο μέχρι το ράφι, ο τελικός λογαριασμός περνάει στον πολίτη. Και ο πολίτης πληρώνει δύο φορές: μία ως καταναλωτής και μία ως φορολογούμενος.
Τα ΜΜΕ και η σιωπή των ισχυρών
Η δεύτερη πληγή είναι ακόμη πιο σκοτεινή. Όταν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την ενημέρωση, τότε η δημόσια συζήτηση δεν γίνεται με ίσους όρους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πολίτης βομβαρδίζεται καθημερινά με αναλύσεις για το «διεθνές πρόβλημα» της ακρίβειας, αλλά σπανίως βλέπει ουσιαστική έρευνα για το ποιοι κερδίζουν από αυτήν.
Η ενημέρωση, αντί να ελέγχει την εξουσία, συχνά καταλήγει να την προστατεύει. Αντί να αποκαλύπτει τις στρεβλώσεις της αγοράς, τις εξωραΐζει. Αντί να ρωτά γιατί οι τιμές μένουν ψηλά, ρωτά πότε θα δοθεί το επόμενο επίδομα.
Έτσι μετατρέπεται η κοινωνική λεηλασία σε επικοινωνιακή διαχείριση. Και ο πολίτης, αντί να απαιτεί δικαιοσύνη, συνηθίζει να περιμένει κουπόνια.
Οι τράπεζες και το μεγάλο πάρτι
Τρίτη πληγή είναι το τραπεζικό σύστημα. Οι ελληνικές τράπεζες, αφού διασώθηκαν επί χρόνια με τεράστιο κοινωνικό κόστος, εμφανίζονται σήμερα με ισχυρή κερδοφορία, υψηλές χρεώσεις, μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων και ένα περιβάλλον όπου ο πολίτης αισθάνεται ξανά αδύναμος απέναντι σε έναν πανίσχυρο μηχανισμό.
Την ίδια ώρα, χιλιάδες νοικοκυριά πιέζονται από δάνεια, funds, εισπρακτικές και πλειστηριασμούς. Το σπίτι του Έλληνα, που κάποτε θεωρούνταν στοιχειώδης ασφάλεια, έχει μετατραπεί σε αντικείμενο χρηματοοικονομικής εκμετάλλευσης.
Και εδώ το ερώτημα είναι απλό:
Πού είναι το κράτος;
Πού είναι η προστασία της πρώτης κατοικίας;
Πού είναι ο ουσιαστικός έλεγχος των τραπεζικών πρακτικών;
Πού είναι η δίκαιη φορολόγηση των υπερκερδών;
Όταν οι τράπεζες κερδίζουν και οι πολίτες χάνουν, δεν έχουμε «κανονικότητα». Έχουμε πολιτική επιλογή.
Τα σούπερ μάρκετ και το ράφι της ντροπής
Τέταρτη πληγή είναι το ολιγοπώλιο των σούπερ μάρκετ. Εκεί ο πολίτης καταλαβαίνει καθημερινά τι σημαίνει ακρίβεια. Όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά μπροστά στο ταμείο. Εκεί όπου το καλάθι μικραίνει, η απόδειξη μεγαλώνει και η αξιοπρέπεια μιας οικογένειας μετριέται πλέον σε προσφορές, ετικέτες και εκπτώσεις.
Η κυβέρνηση μιλά για ελέγχους. Όμως οι τιμές παραμένουν εξοντωτικές. Μιλά για πρόστιμα. Όμως τα πρόστιμα, όταν δεν αλλάζουν τη συμπεριφορά της αγοράς, γίνονται απλώς κόστος λειτουργίας για τους ισχυρούς. Μιλά για «καλάθια». Όμως ο πολίτης δεν χρειάζεται καλάθι επικοινωνίας. Χρειάζεται πραγματική μείωση τιμών.
Και όταν υπάρχουν καταγγελίες για τριγωνικές συναλλαγές, τεχνικές μεταφοράς κερδών, παρακάμψεις ελέγχων και φοροαποφυγή, τότε το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει τον θεατή. Οφείλει να ερευνήσει, να ελέγξει, να επιβάλει κανόνες και να προστατεύσει τον πολίτη.
Το κράτος εισπράττει από την ακρίβεια
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι η ακρίβεια δεν πλήττει μόνο τον πολίτη. Ταυτόχρονα γεμίζει και τα κρατικά ταμεία. Όσο ανεβαίνουν οι τιμές, τόσο αυξάνονται και τα έσοδα από έμμεσους φόρους. Ο ΦΠΑ πάνω σε ακριβότερα προϊόντα σημαίνει περισσότερα χρήματα για το κράτος.
Άρα η κυβέρνηση έχει ένα διπλό πολιτικό πρόβλημα:
Από τη μία δηλώνει ότι πολεμά την ακρίβεια.
Από την άλλη εισπράττει από αυτήν.
Και όσο δεν μειώνει ουσιαστικά τους έμμεσους φόρους σε βασικά αγαθά, όσο δεν χτυπά τις ολιγοπωλιακές πρακτικές, όσο δεν συγκρούεται με τα μεγάλα συμφέροντα, τόσο η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει ότι η ακρίβεια δεν είναι απλώς πρόβλημα για την κυβέρνηση. Είναι και εργαλείο.
Δεν λείπουν τα εργαλεία. Λείπει η βούληση.
Το κράτος μπορεί να ελέγξει. Μπορεί να φορολογήσει υπερκέρδη. Μπορεί να σπάσει κλειστές αγορές. Μπορεί να μειώσει έμμεσους φόρους σε βασικά αγαθά. Μπορεί να ενισχύσει την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Μπορεί να προστατεύσει την πρώτη κατοικία. Μπορεί να επιβάλει διαφάνεια στην ενέργεια, στις τράπεζες, στα σούπερ μάρκετ και στα ΜΜΕ.
Δεν του λείπουν τα εργαλεία.
Του λείπει η πολιτική βούληση.
Γιατί για να χτυπήσεις την ακρίβεια στη ρίζα της, πρέπει να συγκρουστείς με συμφέροντα. Και αυτή η κυβέρνηση δείχνει ότι προτιμά να συγκρούεται με τους αδύναμους παρά με τους ισχυρούς.
Η ακρίβεια δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Γιατί όταν μια κοινωνία δουλεύει για να πληρώνει ρεύμα, τρόφιμα, δάνεια και φόρους, τότε δεν ζει. Επιβιώνει.
Και όταν η κυβέρνηση μοιράζει ψίχουλα στους πολίτες, ενώ αφήνει ανέγγιχτους τους μηχανισμούς που τους γονατίζουν, τότε δεν ασκεί κοινωνική πολιτική. Ασκεί πολιτική εξαπάτησης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλα επιδόματα ντροπής.
Χρειάζεται κράτος που να ελέγχει, να συγκρούεται και να προστατεύει.
Γιατί ο πληθωρισμός μπορεί να έχει διεθνείς αιτίες.
Αλλά η αισχροκέρδεια, η ανοχή και η ατιμωρησία έχουν ελληνική υπογραφή.

