Σε μετωπική σύγκρουση εξελίχθηκε η κατάθεση του πρώην επικεφαλής λοιμωξιολόγου των ΗΠΑ ενώπιον της Γερουσίας – Ο Ραντ Πολ ανακοίνωσε ψηφοφορία για περιφρόνηση του Κογκρέσου, ενώ η Φλόριντα άνοιξε νέα έρευνα για τη διαχείριση της πανδημίας
Δεν ήταν μια συνηθισμένη ακρόαση. Ήταν σχεδόν τρεις ώρες πολιτικής έντασης, νομικών ακροβατισμών και εκκωφαντικής σιωπής.
Ο Δρ. Άντονι Φάουτσι, το πρόσωπο που ταυτίστηκε όσο κανένα άλλο με την αμερικανική διαχείριση της πανδημίας, εμφανίστηκε την Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026 ενώπιον της Επιτροπής Εσωτερικής Ασφάλειας και Κυβερνητικών Υποθέσεων της Γερουσίας.
Απέναντί του βρισκόταν ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ραντ Πολ, πρόεδρος της Επιτροπής και ένας από τους σφοδρότερους επικριτές του.
Ο Φάουτσι κλήθηκε να απαντήσει για τη χρηματοδότηση ερευνών σχετικών με κορωνοϊούς, τις σχέσεις αμερικανικών φορέων με το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γουχάν, τη θεωρία της εργαστηριακής διαρροής και όσα ο ίδιος γνώριζε στις πρώτες κρίσιμες εβδομάδες του 2020.
Δεν απάντησε.
Επικαλέστηκε περισσότερες από 100 φορές την Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία προστατεύει κάθε πολίτη από την υποχρέωση να δώσει κατάθεση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ποινική αυτοενοχοποίησή του.
«Αρνούμαι με σεβασμό να απαντήσω»
Από την έναρξη της διαδικασίας, ο 85χρονος πρώην διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων ξεκαθάρισε ποια γραμμή θα ακολουθούσε.
Δήλωσε ότι, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του, θα ασκούσε το συνταγματικό του δικαίωμα και δεν θα απαντούσε στις ερωτήσεις των γερουσιαστών.
Η ίδια φράση επαναλήφθηκε ξανά και ξανά.
Ο Φάουτσι αρνήθηκε να απαντήσει ακόμη και όταν ο γερουσιαστής Τζος Χόλεϊ τού έθεσε απλές ερωτήσεις για την ημέρα, το χρώμα της γραβάτας του και το χαλί της αίθουσας. Η κίνηση του Χόλεϊ είχε προφανή πολιτικό και επικοινωνιακό στόχο: να δείξει ότι η άρνηση του μάρτυρα ήταν καθολική και προαποφασισμένη.
Η επίκληση της Πέμπτης Τροπολογίας, βέβαια, δεν αποτελεί από μόνη της ομολογία ενοχής. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Πολιτικά, όμως, η εικόνα του ανθρώπου που επί χρόνια ζητούσε από τους πολίτες να εμπιστευθούν τις δημόσιες αρχές, αλλά τώρα αρνείται να απαντήσει στο Κογκρέσο, προκαλεί αναπόφευκτα νέα και σοβαρά ερωτήματα.
Ο Φάουτσι μίλησε για «εμμονή» του Ραντ Πολ
Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, ο Φάουτσι κατηγόρησε τον Ραντ Πολ ότι έχει εξαπολύσει μια «ανισόρροπη» εκστρατεία με στόχο να τον οδηγήσει στη φυλακή.
Υποστήριξε ότι είχε ήδη καταθέσει επανειλημμένα για τα ίδια ζητήματα και ότι η νέα ακρόαση σχεδιάστηκε ώστε να τον παγιδεύσει σε κάποια ανακρίβεια, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για νέα κατηγορία ψευδορκίας.
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο νομικό σημείο.
Ο απερχόμενος πρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε χορηγήσει στον Φάουτσι προληπτική χάρη τον Ιανουάριο του 2025 για ενδεχόμενες πράξεις που τελέστηκαν από το 2014 έως τις 19 Ιανουαρίου 2025. Η χάρη αυτή, όμως, δεν θα κάλυπτε ένα νέο αδίκημα ή μια ενδεχόμενη ψευδή κατάθεση που θα δινόταν μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Το εάν η προηγούμενη χάρη περιορίζει τη δυνατότητά του να επικαλείται σήμερα την Πέμπτη Τροπολογία αποτελεί σύνθετο και μέχρι στιγμής ανεπίλυτο νομικό ζήτημα.
Η αποβολή του δικηγόρου από την αίθουσα
Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο δικηγόρος του Φάουτσι, Ντέιβιντ Σέρτλερ, επιχείρησε να παρέμβει, αντιδρώντας στις τοποθετήσεις του Ραντ Πολ.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής αρνήθηκε να του δώσει τον λόγο και διέταξε την απομάκρυνσή του. Αστυνομικοί του Καπιτωλίου τον συνόδευσαν έξω από την αίθουσα, σε μια εικόνα που έκανε μέσα σε λίγες ώρες τον γύρο του διαδικτύου.
Ο Σέρτλερ χαρακτήρισε στη συνέχεια τη στάση του Ραντ Πολ «εμμονική βεντέτα», απορρίπτοντας ως ψευδείς και δυσφημιστικές τις κατηγορίες εναντίον του πελάτη του.
Οι 1.100 σελίδες των προσωπικών ημερολογίων
Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση περισσότερων από 1.100 σελίδων από τα ημερολόγια που κρατούσε ο Φάουτσι κατά την περίοδο 2019–2022.
Ο Ραντ Πολ υποστηρίζει ότι οι καταγραφές αποκαλύπτουν απόσταση ανάμεσα σε όσα ο Φάουτσι συζητούσε ιδιωτικά και σε όσα παρουσίαζε δημοσίως για την πιθανή προέλευση του κορωνοϊού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε σε καταχώριση της 1ης Φεβρουαρίου 2020, μετά από τηλεδιάσκεψη με επιστήμονες, στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπήρχε «πλήρης συμφωνία» για την προέλευση του ιού.
Οι αντίπαλοι του Φάουτσι θεωρούν ότι αυτό αποδεικνύει πως η εργαστηριακή διαρροή εξεταζόταν σοβαρά στο παρασκήνιο, την ώρα που δημοσίως η συγκεκριμένη εκδοχή αντιμετωπιζόταν με μεγάλη επιφύλαξη.
Στα ίδια ημερολόγια, όμως, ο Φάουτσι εμφανίζεται αργότερα να θεωρεί πιθανότερη τη φυσική μετάδοση του ιού από ζώο, δηλώνοντας παράλληλα ότι διατηρούσε ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός εργαστηριακού ατυχήματος. Συνεπώς, τα ημερολόγια τροφοδοτούν τη δημόσια αντιπαράθεση, αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους τελεσίδικη απόδειξη οργανωμένης συγκάλυψης.
Ψηφοφορία για περιφρόνηση του Κογκρέσου
Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης, ο Ραντ Πολ ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θα ψηφίσει εάν ο Φάουτσι πρέπει να παραπεμφθεί για περιφρόνηση του Κογκρέσου.
Η ανακοίνωση δεν σημαίνει ότι ο πρώην αξιωματούχος έχει ήδη καταδικαστεί ή ακόμη ότι θα ασκηθεί οπωσδήποτε ποινική δίωξη. Απαιτούνται ψηφοφορίες σε επίπεδο Επιτροπής και Γερουσίας και, στη συνέχεια, απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης για το εάν θα κινηθεί ποινική διαδικασία.
Παράλληλα, ο γενικός εισαγγελέας της Φλόριντα, Τζέιμς Ούθμαϊερ, ανακοίνωσε την έναρξη πολιτειακής έρευνας για ενδεχόμενες σωματικές και οικονομικές βλάβες που προκλήθηκαν στους κατοίκους της Πολιτείας από αποφάσεις και ενέργειες κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Η σιωπή δεν κλείνει την υπόθεση
Για τους Δημοκρατικούς, η ακρόαση αποτέλεσε ένα κομματικά οργανωμένο θέαμα με προαποφασισμένο συμπέρασμα. Για τους Ρεπουμπλικάνους, ήταν η εικόνα ενός πανίσχυρου πρώην κρατικού αξιωματούχου που αρνήθηκε να λογοδοτήσει.
Η αλήθεια δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από πολιτικές κραυγές ούτε από την αυτόματη ενοχοποίηση ενός ανθρώπου επειδή άσκησε συνταγματικό δικαίωμα.
Μπορεί, όμως, να αναζητηθεί μέσα από τα έγγραφα, τις χρηματοδοτήσεις, τις αποφάσεις, τις αντιφάσεις και τις απαντήσεις που ακόμη δεν έχουν δοθεί.
Και μετά από μια πανδημία που κόστισε εκατομμύρια ζωές, διέλυσε οικονομίες και άλλαξε βίαια την καθημερινότητα ολόκληρου του πλανήτη, οι πολίτες δεν ζητούν ούτε αγιογραφίες ούτε πολιτικά δικαστήρια.
Ζητούν την πλήρη αλήθεια. Και αυτή η ακρόαση έδειξε ότι η Αμερική απέχει ακόμη πολύ από το να την αποκτήσει.

