Οι νέοι θέλουν οικογένεια, αλλά δεν μπορούν να την αποκτήσουν – Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια και η απουσία κοινωνικού κράτους μετατρέπουν το παιδί σε οικονομικό και επαγγελματικό ρίσκο
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα δημογραφικό πρόβλημα. Βρίσκεται μπροστά σε μια βαθιά και διαρκώς επιδεινούμενη εθνική κρίση, η οποία απειλεί να αλλάξει οριστικά τη σύνθεση, την οικονομία και τη λειτουργία της κοινωνίας.
Οι γεννήσεις κατρακυλούν, τα σχολεία αδειάζουν, ο πληθυσμός γερνά και ολόκληρες περιοχές της περιφέρειας ερημώνουν. Πίσω, όμως, από τους ψυχρούς αριθμούς βρίσκονται χιλιάδες νέοι άνθρωποι που θα ήθελαν να δημιουργήσουν οικογένεια, αλλά αναγκάζονται να αναβάλουν ή να εγκαταλείψουν αυτή την επιθυμία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι Έλληνες σταμάτησαν ξαφνικά να αγαπούν την οικογένεια. Το πρόβλημα είναι ότι η οικογένεια έχει καταστεί οικονομικά δυσβάστακτη και κοινωνικά απροστάτευτη.
Μία από τις μεγαλύτερες πτώσεις γεννήσεων στην Ευρώπη
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη μείωση γεννήσεων κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Από την εποχή που κάθε γυναίκα αποκτούσε κατά μέσο όρο περίπου 2,6 παιδιά, η χώρα έχει φτάσει σήμερα κοντά στα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα. Πρόκειται για επίπεδο πολύ χαμηλότερο από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα.
Η πτώση δεν είναι συγκυριακή. Είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης αποτυχίας της Πολιτείας να δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας για τους νέους, τους εργαζομένους και τις οικογένειες.
Πολλοί Έλληνες δηλώνουν ότι θα ήθελαν να αποκτήσουν δύο παιδιά. Στην πράξη, όμως, καταλήγουν στο ένα ή δεν αποκτούν κανένα. Το δεύτερο παιδί αναβάλλεται συνεχώς, μέχρι τη στιγμή που η ηλικία, η εργασιακή πίεση ή οι βιολογικοί περιορισμοί καθιστούν την απόφαση δυσκολότερη ή αδύνατη.
Το παιδί μετατράπηκε σε οικονομικό βάρος
Η ανατροφή ενός παιδιού στην Ελλάδα απαιτεί πλέον ένα εισόδημα που μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν διαθέτει.
Το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, τα τρόφιμα, οι παιδικοί σταθμοί, τα φροντιστήρια, οι δραστηριότητες, η ένδυση και οι ιατρικές ανάγκες δημιουργούν ένα κόστος που συνεχώς αυξάνεται.
Ένα νέο ζευγάρι με δύο χαμηλούς ή μεσαίους μισθούς δυσκολεύεται ακόμη και να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Η σκέψη ενός παιδιού συνοδεύεται από τον φόβο ότι ένας μισθός δεν θα επαρκεί, ότι μια απόλυση θα τινάξει τον οικογενειακό προγραμματισμό στον αέρα και ότι οποιοδήποτε απρόβλεπτο έξοδο θα οδηγήσει σε αδιέξοδο.
Το κόστος, όμως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και ψυχολογικό, επαγγελματικό και κοινωνικό.
Η οικογένεια αισθάνεται ότι πρέπει να τα καταφέρει μόνη της, σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος εμφανίζεται κυρίως για να φορολογήσει και πολύ λιγότερο για να στηρίξει.
Η στεγαστική κρίση διώχνει την οικογένεια
Χωρίς προσιτή κατοικία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή δημογραφική πολιτική.
Χιλιάδες νέοι εξακολουθούν να ζουν στο πατρικό τους σπίτι μέχρι τα 30 ή ακόμη και τα 40 τους χρόνια, όχι επειδή το επιλέγουν, αλλά επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τα ενοίκια της αγοράς.
Σε πολλές περιοχές, το ενοίκιο απορροφά το μισό ή και περισσότερο από το μηνιαίο εισόδημα ενός εργαζομένου. Η απόκτηση κατοικίας είναι σχεδόν απαγορευτική, ενώ η κοινωνική κατοικία παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτη.
Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ολλανδία, ένα σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών ζει σε κατοικίες κοινωνικού χαρακτήρα, με ελεγχόμενα ενοίκια και κρατική εποπτεία.
Στην Ελλάδα, η στεγαστική πολιτική εξαντλείται συχνά σε δανειακά προγράμματα, τα οποία δεν λύνουν το πρόβλημα της ακρίβειας και πολλές φορές τροφοδοτούν περαιτέρω την αύξηση των τιμών.
Η μητρότητα εξακολουθεί να τιμωρείται επαγγελματικά
Για πολλές γυναίκες, η απόκτηση παιδιού σημαίνει καθυστέρηση ή ακύρωση της επαγγελματικής τους εξέλιξης.
Οι ευέλικτες μορφές εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, τα εξαντλητικά ωράρια και η ανασφάλεια δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον για τη μητρότητα.
Αρκετές γυναίκες γνωρίζουν ότι μετά τη γέννηση ενός παιδιού μπορεί να χάσουν ευκαιρίες, να βρεθούν εκτός αγοράς εργασίας ή να κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην οικογένεια και την καριέρα τους.
Την ίδια στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων εξακολουθεί να επιβαρύνει τις γυναίκες.
Μια εργαζόμενη μητέρα συχνά καλείται να φροντίσει ταυτόχρονα τα παιδιά της, το σπίτι και τους ηλικιωμένους γονείς της, καλύπτοντας τα κενά ενός κράτους πρόνοιας που δεν υπάρχει στην πράξη.
Η Ελλάδα επενδύει ελάχιστα στα πρώτα χρόνια του παιδιού
Οι δημόσιες δαπάνες για την προσχολική φροντίδα στην Ελλάδα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ενώ ο μέσος όρος των σχετικών δαπανών προσεγγίζει το 0,8% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 0,3%.
Η απόσταση αυτή αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των οικογενειών: ανεπαρκείς θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, δυσκολίες στην ολοήμερη φύλαξη, ελλείψεις προσωπικού και ανάγκη προσφυγής σε ιδιωτικές υπηρεσίες.
Όταν ένας γονέας πρέπει να δαπανά μεγάλο μέρος του μισθού του για τη φύλαξη του παιδιού, η επιστροφή στην εργασία γίνεται ασύμφορη και η απόφαση για δεύτερο παιδί απομακρύνεται.
Τα επιδόματα δεν αρκούν
Οι κυβερνήσεις συχνά παρουσιάζουν ως δημογραφική πολιτική τα εφάπαξ επιδόματα γέννησης ή ορισμένες προσωρινές οικονομικές ενισχύσεις.
Τα επιδόματα μπορούν να προσφέρουν μια μικρή ανακούφιση, δεν μπορούν όμως να καλύψουν το κόστος ανατροφής ενός παιδιού για δύο δεκαετίες.
Η οικογένεια δεν χρειάζεται μόνο ένα ποσό κατά τη γέννηση. Χρειάζεται σταθερό εισόδημα, προσιτή κατοικία, δωρεάν παιδική φροντίδα, δημόσια υγεία, ποιοτική εκπαίδευση, ασφαλή εργασία και πραγματικές γονικές άδειες.
Χρειάζεται, κυρίως, την πεποίθηση ότι δεν θα αφεθεί μόνη της μετά τη φωτογραφία και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Τι κάνουν οι χώρες που στηρίζουν ουσιαστικά την οικογένεια
Η Σουηδία, η Γαλλία, το Βέλγιο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες επένδυσαν εδώ και δεκαετίες σε ένα σταθερό πλέγμα οικογενειακής πολιτικής.
Στη Σουηδία, η αμειβόμενη γονική άδεια μπορεί να φτάσει συνολικά τους 16 μήνες και να μοιραστεί μεταξύ των δύο γονέων. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα μείωσης του ωραρίου εργασίας όσο το παιδί είναι μικρό.
Στη Γαλλία, η οικογένεια στηρίζεται μέσω οργανωμένου δικτύου προσχολικής φροντίδας, ολοήμερων σχολείων και χαμηλού κόστους αθλητικών, καλλιτεχνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
Οι πολιτικές αυτές δεν εξαλείφουν πλήρως το δημογραφικό πρόβλημα. Περιορίζουν, όμως, το χάσμα ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν οι πολίτες και σε εκείνον που τελικά μπορούν να αποκτήσουν.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: το κράτος δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν να γίνει γονιός. Μπορεί, όμως, να σταματήσει να τιμωρεί όσους το επιλέγουν.
Η δημογραφική κρίση δεν λύνεται με συνθήματα
Δεν υπάρχει ένα μαγικό μέτρο που θα αναστρέψει την πτώση των γεννήσεων από τη μία ημέρα στην άλλη.
Απαιτείται μακροχρόνια εθνική στρατηγική, με σταθερή χρηματοδότηση και πολιτική συνέχεια. Όχι αποσπασματικές εξαγγελίες κάθε φορά που δημοσιοποιούνται απογοητευτικά στοιχεία.
Χρειάζονται, μεταξύ άλλων:
- δραστική ενίσχυση της δημόσιας προσχολικής φροντίδας,
- γενναίες και ισότιμες γονικές άδειες,
- προστασία της μητρότητας στην εργασία,
- ολοήμερα σχολεία με πραγματική λειτουργία,
- πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας,
- φορολογικές ελαφρύνσεις με βάση τον αριθμό των παιδιών,
- ενίσχυση της δημόσιας υγείας και της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής,
- σταθερή εργασία και αξιοπρεπείς μισθούς για τους νέους.
Πάνω από όλα, απαιτείται μια πολιτική που δεν θα αντιμετωπίζει το παιδί ως ιδιωτική υπόθεση και τη φροντίδα του ως αποκλειστική ευθύνη της οικογένειας.
Μια χώρα που δεν γεννά, δεν έχει μέλλον
Η υπογεννητικότητα δεν είναι ένας ακόμη δείκτης σε μια στατιστική έκθεση. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Λιγότερα παιδιά σημαίνουν λιγότερους εργαζομένους, μικρότερη παραγωγική βάση, πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα, ερήμωση της περιφέρειας και μια κοινωνία που θα γίνεται συνεχώς γηραιότερη.
Η Ελλάδα δεν αδειάζει επειδή οι νέοι της έγιναν ξαφνικά αδιάφοροι απέναντι στην οικογένεια. Αδειάζει επειδή τους ζητά να αποκτήσουν παιδιά χωρίς σταθερότητα, χωρίς σπίτι, χωρίς χρόνο, χωρίς υπηρεσίες και χωρίς ουσιαστική στήριξη.
Και όσο η Πολιτεία αντιμετωπίζει τη δημογραφική κατάρρευση με επιδόματα, επικοινωνιακές καμπάνιες και ευχολόγια, τόσο οι γεννήσεις θα συνεχίσουν να μειώνονται.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί οι Έλληνες δεν κάνουν παιδιά.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί το ελληνικό κράτος έχει δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία η απόκτηση παιδιού μοιάζει πλέον με πολυτέλεια.

