Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, με φόντο το Στενό του Ορμούζ, τις αμερικανικές απειλές και τα ιρανικά αντίποινα, γκρεμίζει με πάταγο το παραμύθι της «αμυντικής σταθερότητας» που υποτίθεται ότι προσφέρουν οι αμερικανικές βάσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Αυτό που αποκαλύπτεται πλέον χωρίς προσχήματα είναι ότι οι στρατιωτικές υποδομές που φιλοξενούν ευρωπαϊκές χώρες δεν λειτουργούν πρωτίστως ως ασπίδα προστασίας των λαών τους, αλλά ως εργαλεία προβολής ισχύος της Ουάσιγκτον, μετατρέποντας ολόκληρες περιοχές της Ευρώπης και της Μεσογείου σε πιθανούς στόχους αντιποίνων.
Οι βάσεις δεν είναι ουδέτερες – είναι μηχανισμοί εμπλοκής
Για χρόνια, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πούλησαν στους πολίτες τους την ιδέα ότι η παρουσία αμερικανικών βάσεων αποτελεί εγγύηση ασφάλειας, αποτροπής και γεωπολιτικής θωράκισης. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο ωμή.
Όταν από το έδαφος μιας χώρας απογειώνονται μέσα παρακολούθησης, ανεφοδιασμού, διοίκησης ή στρατιωτικής υποστήριξης για επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες, τότε αυτή η χώρα δεν είναι παρατηρητής. Είναι μέρος της αλυσίδας ενός πολέμου.
Και όταν γίνεσαι μέρος της αλυσίδας, γίνεσαι και μέρος του στόχου.
Αυτό είναι το σημείο που πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες απέφυγαν συστηματικά να πουν καθαρά στους λαούς τους.
Η Ιταλία, η Μεσόγειος και το τέλος της αθωότητας
Η Ιταλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης όχι τυχαία. Η γεωγραφική της θέση, οι στρατιωτικές της υποδομές και ο ρόλος της στη Μεσόγειο την καθιστούν κρίσιμο κόμβο για τη δυτική στρατηγική στην περιοχή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει εθνική ισχύ. Σημαίνει και εθνικό κίνδυνο.
Διότι η χρήση ιταλικού εδάφους για την εξυπηρέτηση ξένων στρατιωτικών σχεδίων δεν ενισχύει αυτομάτως την κυριαρχία της Ιταλίας. Αντίθετα, συχνά τη συρρικνώνει, αφού μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας το κόστος επιλογών που λαμβάνονται αλλού.
Η βάση δεν είναι απλώς ένα γεωστρατηγικό εργαλείο. Είναι και πολιτική δήλωση εξάρτησης.
Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, αλλά όχι ακόμη το βάθος του
Είναι φανερό ότι όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως η φιλοξενία ξένων στρατιωτικών μηχανισμών δεν ισοδυναμεί με ασφάλεια χωρίς τίμημα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται όχι από στρατηγική ωριμότητα, αλλά από φόβο.
Η Ευρώπη δεν αφυπνίζεται επειδή αποφάσισε να γίνει πραγματικά ανεξάρτητη.
Αφυπνίζεται επειδή βλέπει ότι σε έναν μεγάλο πόλεμο δεν θα παραμείνει στο περιθώριο. Θα κληθεί να πληρώσει το κόστος, ενεργειακά, οικονομικά, στρατιωτικά και ενδεχομένως ανθρώπινα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική απάτη των τελευταίων δεκαετιών: οι κυβερνήσεις μίλησαν για συμμαχίες, αλλά έκρυψαν την εξάρτηση. Μίλησαν για προστασία, αλλά απέφυγαν να πουν ότι κάθε ξένη βάση πάνω στο έδαφός σου είναι και ένας πιθανός στόχος πάνω στον χάρτη.
Η «συμμαχία» δεν μπορεί να σημαίνει παραίτηση από την κυριαρχία
Καμία σοβαρή χώρα δεν μπορεί να αποδέχεται επ’ άπειρον ότι η εξωτερική και αμυντική της πολιτική θα καθορίζεται έμμεσα από τις ανάγκες μιας άλλης δύναμης. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό ότι ο λαός της θα ζει κάτω από τη σκιά αποφάσεων που δεν ελέγχει.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια σκληρή αλλά αναγκαία επιλογή:
ή θα συνεχίσει να λειτουργεί ως στρατιωτικό παράρτημα τρίτων,
ή θα διεκδικήσει επιτέλους στρατηγική αυτονομία με πραγματικό περιεχόμενο.
Όλα τα υπόλοιπα είναι υπεκφυγές. Και οι υπεκφυγές στην ιστορία πληρώνονται ακριβά.
Τελική γροθιά
Οι βάσεις δεν είναι «ασπίδα» όταν σε βάζουν μέσα στον πόλεμο πριν καν αποφασίσεις αν είναι δικός σου. Και η Ευρώπη, όσο αργεί να το παραδεχτεί, τόσο πιο κοντά φτάνει στη μέρα που θα ανακαλύψει ότι η ασφάλειά της είχε παραδοθεί εδώ και χρόνια με υπογραφή, σιωπή και αυταπάτες.

