Υπάρχει ένα παράδοξο που επαναλαμβάνεται στη δημόσια ζωή της χώρας με σχεδόν μηχανική συνέπεια: όταν διατυπώνεις θέσεις που συμπίπτουν με κυβερνητικές επιλογές, οι απόψεις σου αναγνωρίζονται ως «υπεύθυνες» και «ρεαλιστικές». Όταν, όμως, επιμένεις σε ζητήματα κράτους δικαίου, διαφάνειας και λογοδοσίας, ξαφνικά η ίδια φωνή γίνεται «ενοχλητική». Αυτό το παράδοξο δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό. Διότι αποκαλύπτει μια αντίληψη εξουσίας που θεωρεί τον έλεγχο εμπόδιο και όχι προϋπόθεση της δημοκρατίας.
Το βλέπουμε καθαρά στο θέμα των υποκλοπών. Το αυτονόητο —ότι σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί ένας μηχανισμός παρακολούθησης που υπονομεύει πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφους ή πολίτες— αντιμετωπίζεται συχνά ως «πολιτική υπερβολή». Και όμως, αυτές τις εβδομάδες, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών αναδεικνύονται πτυχές του προβλήματος με τρόπο που φωτίζει, πολύ πιο πειστικά από κάθε επικοινωνιακή διαχείριση, το πραγματικό εύρος του θεσμικού ελλείμματος. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των αποκαλύψεων. Είναι το γεγονός ότι η κοινωνία οδηγείται να πληροφορείται κρίσιμες αλήθειες από τη δικαστική διαδικασία, ενώ οι θεσμοί ελέγχου που όφειλαν να έχουν λειτουργήσει προληπτικά ή αποκαλυπτικά δεν κατάφεραν να πείσουν ότι ανταποκρίθηκαν στον ρόλο τους.
Αντίστοιχο θεσμικό αποτύπωμα αφήνει και η διαχείριση υποθέσεων που άπτονται της ευθύνης Υπουργών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κοινωνία δεν απαιτεί «τιμωρητισμό». Απαιτεί τον στοιχειώδη σεβασμό στην αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο. Όταν, λοιπόν, υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ή πραγματικά δεδομένα που θα έπρεπε να οδηγήσουν σε ενεργοποίηση των προβλεπόμενων διαδικασιών, η επιλογή να υποκατασταθεί η ουσιαστική διερεύνηση από μια κοινοβουλευτική λειτουργία που εκφυλίζεται σε θέαμα καταλήγει να έχει διπλό κόστος: αφενός δεν λύνει το πρόβλημα, αφετέρου διαβρώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Εξεταστικές Επιτροπές, αντί να λειτουργούν ως κορυφαίο εργαλείο κοινοβουλευτικού ελέγχου, μετατρέπονται συχνά σε σκηνικό κομματικής αντιπαράθεσης, με ημερήσιες «παραστάσεις» που παράγουν περισσότερο εντυπώσεις παρά αλήθεια. Όταν δε οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες εμφανίζονται να εξαντλούνται σε τεχνικές διευκολύνσεις, μαζικές διαδικασίες-εξπρές και μια λογική «να τελειώνουμε», το μήνυμα που αποστέλλεται στην κοινωνία είναι ολέθριο: ότι η θεσμική λειτουργία είναι διαπραγματεύσιμη.
Στο σημείο αυτό προβάλλεται συχνά ένα επιχείρημα «νομικής άμυνας»: ότι οι συνταγματικές διατάξεις είναι δεδομένες και δεν αφήνουν περιθώρια. Όμως η έννοια της ερμηνείας —ιδίως σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου— δεν είναι τυπική άσκηση. Το Σύνταγμα ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τις δεσμεύσεις της χώρας από το διεθνές δίκαιο και το ενωσιακό κεκτημένο. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στο πεδίο της παιδείας και στη συζήτηση για το άρθρο 16: η πραγματικότητα της Ευρώπης, οι κανόνες αναγνώρισης τίτλων και η κινητικότητα φοιτητών και ακαδημαϊκών δημιουργούν ένα πλαίσιο που δεν επιτρέπει εύκολες, αυτάρεσκες βεβαιότητες.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται καθαρότητα: σε συγκεκριμένους τομείς —όπως οι ειδικοί εθνικοί κανόνες περί ασυλιών και ειδικών δικαιοδοσιών— οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις δεν «παρακάμπτουν» αυτομάτως το εθνικό δίκαιο. Η ύπαρξη, για παράδειγμα, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και το κανονιστικό της πλαίσιο δεν αναιρούν, από μόνα τους, τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό δίκαιο ρυθμίζει την ευθύνη Υπουργών. Άρα το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από την Ευρώπη ή να χρησιμοποιήσουμε την Ευρώπη ως άλλοθι. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να σταθούμε στο ύψος της κοινωνικής απαίτησης για αξιοπιστία.
Και εδώ φτάνουμε στον πυρήνα: το άρθρο 86, δηλαδή το ειδικό καθεστώς ευθύνης Υπουργών, δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως σύμβολο ατιμωρησίας ή ως μηχανισμός θεσμικής αυτοπροστασίας του πολιτικού προσωπικού. Ακόμη και όταν δεν αλλάζει άμεσα το γράμμα του νόμου, αλλάζει —και οφείλει να αλλάζει— ο τρόπος που εφαρμόζεται και το πνεύμα με το οποίο ενεργοποιούνται οι διαδικασίες. Διότι ο τελικός κριτής της θεσμικής αξιοπιστίας δεν είναι μια επικοινωνιακή πλειοψηφία της στιγμής. Είναι η ίδια η κοινωνία, που ζητά διαφάνεια όχι ως σύνθημα, αλλά ως ελάχιστο όρο εμπιστοσύνης.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την κριτική. Κινδυνεύει από τη συνήθεια να θεωρούμε την κριτική «παραφωνία» και τη λογοδοσία «πολιτική ενόχληση». Αν θέλουμε θεσμούς που να στέκονται, δεν αρκεί να επικαλούμαστε το Σύνταγμα. Πρέπει να το υπηρετούμε στην πράξη: με διαδικασίες που δεν ευτελίζονται, με έλεγχο που δεν υποδύεται τον έλεγχο και με μια πολιτεία που δεν φοβάται την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή αποκαλύπτεται με οδυνηρό τρόπο.
Σε τελική ανάλυση, αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα: θα έχουμε θεσμούς που παράγουν εμπιστοσύνη ή θεσμούς που παράγουν θέαμα; Η απάντηση δεν είναι νομικό τεχνικό ζήτημα. Είναι επιλογή δημοκρατικής ωριμότητας.

