Η αιχμηρή παρέμβαση του Στράτου Σεϊτανίδη περιγράφει μια οικονομία δύο ταχυτήτων: από τη μία ο επαγγελματίας που παλεύει με φόρους, χρέη και ακρίβεια και από την άλλη η διαχείριση εκατομμυρίων δημόσιου χρήματος που γεννά βαριά ερωτήματα.
Η μικρομεσαία επιχείρηση δεν βρίσκεται απλώς υπό πίεση. Βρίσκεται σε έναν καθημερινό αγώνα αντοχής, χωρίς περιθώριο λάθους και χωρίς πραγματική ανάσα. Ο επαγγελματίας ανοίγει το κατάστημά του γνωρίζοντας ότι, πριν ακόμη κάνει την πρώτη πώληση, τον περιμένουν φόροι, ασφαλιστικές υποχρεώσεις, λογαριασμοί, ενοίκια, προμηθευτές και συσσωρευμένα χρέη.
Και στο τέλος της ημέρας το ερώτημα είναι βασανιστικά απλό: βγαίνει ο μήνας;
Για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις η απάντηση είναι πλέον η ίδια: δεν βγαίνει.
Με δημόσια ανάρτησή του, ο Στράτος Σεϊτανίδης αποτυπώνει αυτή την ασφυκτική πραγματικότητα και την αντιπαραβάλλει με όσα καταγγέλλονται γύρω από απευθείας αναθέσεις, υπερκοστολογήσεις και τη διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ δημόσιου χρήματος.
Ο επαγγελματίας μόνιμα στο ταμείο
Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα παρουσιάζεται διαρκώς ως «ραχοκοκαλιά της οικονομίας». Στην πράξη, όμως, ο μικρός επαγγελματίας αισθάνεται συχνά ότι αντιμετωπίζεται κυρίως ως φορολογικός στόχος.
Κάθε νέα επιβάρυνση μεταφέρεται στον ίδιο. Κάθε αύξηση του λειτουργικού κόστους πρέπει να απορροφηθεί από ένα ήδη περιορισμένο εισόδημα. Κάθε καθυστέρηση πληρωμής, κάθε πτώση του τζίρου και κάθε έκτακτη υποχρέωση μπορεί να γίνει η τελευταία σταγόνα πριν από το λουκέτο.
Δεν μιλάμε για αριθμούς σε έναν πίνακα. Μιλάμε για οικογενειακές επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας και ανθρώπους που επένδυσαν χρόνο, κόπο και προσωπική περιουσία για να σταθούν όρθιοι. Μιλάμε για τα μικρά καταστήματα που κρατούν ζωντανές τις γειτονιές και τις τοπικές αγορές, αλλά καλούνται να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο εχθρικό.
Άλλοι μετρούν τα ευρώ και άλλοι τις αναθέσεις
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση που αναδεικνύει η παρέμβαση Σεϊτανίδη.
Την ώρα που ο επαγγελματίας καλείται να δικαιολογήσει κάθε έσοδο και να πληρώσει κάθε υποχρέωση στην ώρα της, η διαχείριση του δημόσιου χρήματος εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα. Καταγγελίες για υψηλά τιμήματα και υπερκοστολογήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικός θόρυβος ούτε να χάνονται μέσα σε γενικόλογες απαντήσεις.
Η απευθείας ανάθεση προβλέπεται από τη νομοθεσία και δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη παρανομίας. Όταν όμως η κατ’ εξαίρεση διαδικασία τείνει να μετατρέπεται σε πάγια πρακτική, όταν το κόστος δεν αιτιολογείται πειστικά και όταν οι ίδιοι πολίτες που πιέζονται οικονομικά βλέπουν εκατομμύρια να διακινούνται χωρίς επαρκείς εξηγήσεις, τότε το ζήτημα γίνεται βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Ποιος επέλεξε; Με ποια κριτήρια; Γιατί δεν προτιμήθηκε ανοικτός ανταγωνισμός; Πώς προσδιορίστηκε το τίμημα; Ποιος έλεγξε ότι το Δημόσιο έλαβε αυτό για το οποίο πλήρωσε;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα αντιπολιτευτικής σκοπιμότητας. Είναι στοιχειώδεις απαιτήσεις λογοδοσίας.
Το δημόσιο χρήμα έχει ιδιοκτήτη
Τα χρήματα των κρατικών ταμείων δεν πέφτουν από τον ουρανό. Προέρχονται από τους φόρους του εργαζομένου, του συνταξιούχου, του ελεύθερου επαγγελματία και της μικρής επιχείρησης. Από ανθρώπους που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται προτού καλυφθούν ακόμη και οι βασικές ανάγκες.
Γι’ αυτό και κάθε ευρώ που δαπανάται χωρίς καθαρή αιτιολόγηση δεν είναι μια απλή λογιστική αστοχία. Είναι χρήμα που αφαιρείται από την κοινωνία. Είναι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, στην παιδεία, στις υποδομές, στην κοινωνική προστασία και στην ουσιαστική στήριξη της πραγματικής οικονομίας.
Ο Στράτος Σεϊτανίδης συνοψίζει την αντίφαση με μια φράση που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: για τους πολλούς «δεν βγαίνει», ενώ για τους λίγους «λεφτά υπάρχουν».
Δεν ζητούν προνόμια – ζητούν να μπορούν να αναπνεύσουν
Οι μικρομεσαίοι δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ουσιαστικές ρυθμίσεις για τα χρέη και ένα φορολογικό σύστημα που δεν θα αντιμετωπίζει την επιβίωση ως τεκμήριο πλούτου.
Πάνω απ’ όλα, ζητούν ισονομία. Δεν μπορεί να απαιτείται από τον μικρό επαγγελματία απόλυτη συνέπεια, όταν το ίδιο το κράτος εμφανίζεται απρόθυμο να δώσει πλήρεις και πειστικές απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο διαθέτει το χρήμα των πολιτών.
Η κυβέρνηση και κάθε αρμόδια αρχή οφείλουν να απαντούν με στοιχεία: ποιες ανάγκες καλύφθηκαν, ποιες διαδικασίες ακολουθήθηκαν, ποιο ήταν το πραγματικό κόστος και ποιο το μετρήσιμο αποτέλεσμα. Χωρίς υπεκφυγές και χωρίς επικοινωνιακή ομίχλη.
Γιατί, όπως επισημαίνει η ανάρτηση, όταν κάποιοι κάνουν το πάρτι, ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται. Καταλήγει πάντα στους ίδιους: στους πολίτες που πληρώνουν, στις επιχειρήσεις που γονατίζουν και σε μια κοινωνία που βλέπει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς να εξαντλείται.
Και το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πόσα ακόμη λουκέτα πρέπει να μπουν, προτού η επιβίωση της μικρομεσαίας επιχείρησης γίνει πραγματική πολιτική προτεραιότητα και όχι άλλη μία κενή διακήρυξη;

