Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στη Βουλή από το 2004 και στο Μαξίμου από το 2019. Είναι γιος ενός πρωθυπουργού και αδελφός μιας πολιτικού που εξελέγη πρώτη φορά το 1989. Αλλά για όσα πλήγωσαν τη χώρα φταίνε πάντα κάποιοι… προηγούμενοι.
Η ελληνική πολιτική διαθέτει ένα μοναδικό χάρισμα: μπορεί να βρίσκεται στην εξουσία επί δεκαετίες και, την κατάλληλη στιγμή, να εμφανίζεται ως νεοφερμένη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλέγεται βουλευτής από το 2004 και είναι πρωθυπουργός από τον Ιούλιο του 2019. Περισσότερα από 22 χρόνια στη Βουλή και περίπου επτά χρόνια στο Μέγαρο Μαξίμου. Κι όμως, όταν η συζήτηση φτάνει στις αποτυχίες του κράτους, στις πελατειακές σχέσεις, στη γραφειοκρατία και στις χρόνιες αδυναμίες των θεσμών, επανέρχονται οι περίφημες «παθογένειες των προηγούμενων δεκαετιών». (Βουλή των Ελλήνων, Πρωθυπουργός)
Προηγούμενες από ποιον, ακριβώς;
Μια οικογένεια στο κέντρο της εξουσίας από το 1946
Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής το 1946 και διετέλεσε πρωθυπουργός από τον Απρίλιο του 1990 έως τον Οκτώβριο του 1993. Η κοινοβουλευτική και πολιτική διαδρομή του απλώθηκε σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες.
Η αδελφή του σημερινού πρωθυπουργού, Ντόρα Μπακογιάννη, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1989. Υπήρξε υπουργός, δήμαρχος Αθηναίων, αρχηγός κόμματος και παραμένει ενεργή στην κεντρική πολιτική σκηνή. (Βουλή των Ελλήνων)
Δεν μιλάμε, επομένως, για μια οικογένεια που παρακολουθούσε τις εξελίξεις από τον καναπέ της. Μιλάμε για μια πολιτική δυναστεία που βρίσκεται κοντά στα κέντρα λήψης αποφάσεων εδώ και σχεδόν οκτώ δεκαετίες.
Από το 1946 έως το 2026.
Βουλευτές, υπουργοί, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, αρχηγοί κόμματος και δύο πρωθυπουργοί. Μια παρουσία τόσο μακρόχρονη, ώστε δύσκολα μπορεί να παρουσιάζεται ως αμέτοχη στις «παθογένειες» του πολιτικού συστήματος.
Η Δημοκρατία δεν απαγορεύει τα επώνυμα – αλλά απαιτεί μνήμη
Ασφαλώς, κανένας δεν μπορεί να στερήσει από τον γιο ή την κόρη ενός πολιτικού το δικαίωμα να πολιτευτεί. Οι πολίτες ψηφίζουν και οι εκλογές προσφέρουν δημοκρατική νομιμοποίηση.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κληρονομημένη αναγνωρισιμότητα, τα έτοιμα πολιτικά δίκτυα, η πρόσβαση στα κομματικά κέντρα και η ισχύς ενός ιστορικού επωνύμου παρουσιάζονται περίπου ως προσωπικό ξεκίνημα από το μηδέν.
Διότι άλλο πράγμα το δικαίωμα συμμετοχής και άλλο η ψευδαίσθηση ότι όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.
Ο νέος άνθρωπος που θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική πρέπει να χτίσει μόνος του όνομα, πρόσβαση, μηχανισμό και δημόσια παρουσία. Ο κληρονόμος μιας πολιτικής δυναστείας παραλαμβάνει ένα επώνυμο που λειτουργεί ήδη ως κόμμα, δίκτυο και εκλογικό διαβατήριο.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της οικογενειοκρατίας: όχι η συγγένεια από μόνη της, αλλά η αναπαραγωγή της εξουσίας μέσα από έναν κλειστό κύκλο γνωστών οικογενειών.
Οι «προηγούμενοι» ως μόνιμο άλλοθι
Επτά χρόνια πρωθυπουργίας είναι αρκετός χρόνος για να αναλάβει μια κυβέρνηση την ευθύνη των πράξεων και των παραλείψεών της.
Δεν γίνεται κάθε αποτυχία να αποδίδεται στο «βαθύ κράτος», στη γραφειοκρατία, στις διαχρονικές αδυναμίες ή στις κυβερνήσεις που προηγήθηκαν. Ιδίως όταν αυτός που κυβερνά δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό, αλλά αποτελεί μέρος μιας πολιτικής οικογένειας με παρουσία από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Αν οι παθογένειες δημιουργήθηκαν επί δεκαετίες, τότε δημιουργήθηκαν σε περιόδους κατά τις οποίες η οικογένεια Μητσοτάκη δεν ήταν απούσα. Συμμετείχε, κυβέρνησε, νομοθέτησε, αντιπολιτεύτηκε και επηρέασε καθοριστικά τις εξελίξεις.
Δεν μπορεί κάποιος να διεκδικεί την πολιτική κληρονομιά όταν αυτή προσφέρει κύρος και ταυτόχρονα να δηλώνει ξένος προς το σύστημα όταν έρχεται η ώρα των ευθυνών.
Η Ιστορία δεν παραλαμβάνεται αλά καρτ.
Κάποιος άλλος φταίει – πάντοτε
Η οικογενειοκρατία δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό μίας παράταξης ούτε μίας οικογένειας. Διαπερνά μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Επώνυμα επανέρχονται, έδρες κληρονομούνται πολιτικά και η εξουσία ανακυκλώνεται ανάμεσα σε πρόσωπα που αλλάζουν μικρό όνομα αλλά κρατούν το ίδιο οικογενειακό σήμα.
Η περίπτωση Μητσοτάκη, όμως, είναι η πιο χαρακτηριστική ακριβώς λόγω της διάρκειας και του εύρους της.
Γι’ αυτό και η επίκληση των «παθογενειών του παρελθόντος» προκαλεί πλέον ειρωνικά χαμόγελα. Διότι εκείνος που βρίσκεται περισσότερα από 22 χρόνια στη Βουλή, κυβερνά περίπου επτά χρόνια και προέρχεται από μια οικογένεια με σχεδόν ογδόντα χρόνια παρουσίας στην εξουσία, δεν δικαιούται να μιλά σαν περαστικός.
Οι προηγούμενες δεκαετίες δεν ήταν κάποια μακρινή και άγνωστη εποχή.
Ήταν όλοι εκεί.
Εσείς τι άλλα; Στο χωριό όλοι καλά;

