Υπάρχει μια απορία που γίνεται πλέον προσβολή για τη νοημοσύνη μας:
πώς γίνεται η Ελλάδα να πνίγεται στην ακρίβεια, στα καρτέλ, στα ολιγοπώλια και στην τραπεζική ληστεία — και μεγάλο μέρος των ΜΜΕ να παριστάνει ότι το πρόβλημα είναι… ο “γραφικός” της ημέρας;
Η κοινωνία ζει το πραγματικό της δελτίο ειδήσεων στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων, στη δόση του δανείου, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο που ανέβηκε σαν να πήρε ασανσέρ. Αλλά τα δελτία και τα sites, σε σταθερή, σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια, επιμένουν να μας σερβίρουν το άλλο μενού: ατάκες, κόντρες, “επεισόδια”, “γραμμές”, “σκληρή ανακοίνωση”, “απαντάει η πηγή”, “διευκρινίζει το επιτελείο”.
Σαν να μην υπάρχει χώρα. Σαν να μην υπάρχει πολίτης.
Η ακρίβεια ως φυσικό φαινόμενο, τα καρτέλ ως… λεπτομέρεια
Η ακρίβεια παρουσιάζεται λες και είναι κακοκαιρία: “ήρθε”, “θα περάσει”, “κρατηθείτε”.
Μόνο που δεν είναι κακοκαιρία. Είναι πολιτική οικονομία. Είναι δομές αγοράς. Είναι ολιγοπώλια που κάνουν κουμάντο, καρτέλ που ρυθμίζουν τιμές, “ανταγωνισμός” μόνο στα δελτία τύπου.
Και όταν κάποιος τολμήσει να πει τη λέξη “καρτέλ”, γίνεται αμέσως “λαϊκιστής”.
Όταν όμως ο πολίτης πληρώνει το ίδιο προϊόν σταθερά πιο ακριβά, όταν βλέπει περιθώρια κέρδους να φουσκώνουν και τον μισθό να ψαλιδίζεται, δεν χρειάζεται πολιτική ανάλυση. Χρειάζεται απάντηση: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές;
Τράπεζες: το μοναδικό “ιερό” που δεν αγγίζεται
Στη χώρα που ο πολίτης φορολογείται μέχρι να του κοπεί η ανάσα, οι τράπεζες έχουν καταφέρει να εμφανίζονται ως… “παρεξηγημένες”.
Κερδοφορίες, προμήθειες, επιτόκια, αναχρηματοδοτήσεις, “πακέτα” και “ρυθμίσεις” που μοιάζουν περισσότερο με θηλιά παρά με βοήθεια. Και κάπου εκεί, η είδηση τελειώνει.
Γιατί;
Διότι αν πατήσεις εκεί, δεν κάνεις απλώς ρεπορτάζ. Κάνεις πόλεμο. Με εξώδικα, με αγωγές, με “μην τα σκαλίζεις”, με τηλεφωνήματα, με “άσ’ το, δεν βγαίνει”.
Έτσι, αντί να συζητάμε γιατί οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα χρήμα, συζητάμε για το ποιος είπε τι σε ποιο πάνελ και ποιος “τα είπε έξω από τα δόντια”. Το χρήμα καίει. Η γραφικότητα δεν καίει κανέναν.
Funds και κόκκινα δάνεια: ο πλειστηριασμός ως εθνικό σπορ
Και πάμε στο πιο σκοτεινό έργο: κόκκινα δάνεια, funds, servicers, έδρες σε φορολογικούς παραδείσους, “διαχείριση” που θυμίζει αποικιακή διοίκηση.
Ο κόσμος χάνει σπίτια, κόπους, περιουσίες ζωής. Και το κράτος; Το κράτος εμφανίζεται σαν παρατηρητής. Σαν να μιλάμε για άλλην χώρα.
Οι πολίτες δεν έχουν απέναντί τους έναν τραπεζικό υπάλληλο. Έχουν απέναντί τους μια απρόσωπη μηχανή: call centers, αυτοματοποιήσεις, “δεν προβλέπεται”, “δεν γίνεται”, “η πολιτική μας είναι αυτή”.
Η “ρύθμιση” συχνά μοιάζει με δόλωμα: λίγο οξυγόνο σήμερα, διπλή ασφυξία αύριο.
Κι όμως, αυτό το θέμα δεν γίνεται πρώτο. Δεν γίνεται καθημερινή πίεση. Δεν γίνεται καμπάνα. Γιατί δεν είναι “τηλεοπτικό”. Δεν έχει ατάκα. Έχει έγγραφα. Έχει αριθμούς. Έχει θύματα χωρίς μικρόφωνο.
Και μετά απορούμε γιατί ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα ΜΜΕ
Το μοντέλο είναι απλό:
- Η πραγματικότητα πονάει και θέλει σύγκρουση με ισχυρούς.
- Η γραφικότητα είναι τζάμπα, εύκολη, “ασφαλής” και φέρνει κλικ.
- Άρα, η γραφικότητα γίνεται “είδηση” και η πραγματικότητα γίνεται “υποσημείωση”.
Έτσι φτιάχνεται μια χώρα-σκηνικό. Όπου ο πολίτης παλεύει με την ακρίβεια και τα χρέη και η ενημέρωση του λέει να κοιτάζει αλλού. Να θυμώνει με τον εύκολο στόχο. Να γελάει με τον “γραφικό”. Να αλληλοσπαράζεται στο σχόλιο.
Αλλά το σχόλιο δεν κόβει την προμήθεια της τράπεζας.
Δεν ρίχνει την τιμή στο ράφι.
Δεν σταματά το καρτέλ.
Δεν ακυρώνει πλειστηριασμό.
Ένα ερώτημα που κανείς δεν θέλει να ακούσει
Αν τα ΜΜΕ ήταν πραγματικά ανεξάρτητα, θα είχαμε καθημερινά:
- ποιοι κλάδοι λειτουργούν ως ολιγοπώλια,
- ποια πρόστιμα μπήκαν και ποια δεν μπήκαν,
- τι κάνουν οι ρυθμιστικές αρχές,
- πόσα βγάζουν οι τράπεζες από προμήθειες και επιτόκια,
- πώς φορολογούνται,
- τι συμβαίνει με funds και servicers,
- πόσοι πλειστηριασμοί γίνονται, με ποια κριτήρια, σε ποιους.
Αντ’ αυτού έχουμε: “χαμός στο στούντιο”, “σφοδρή κόντρα”, “ατάκα που θα συζητηθεί”.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη ατάκα.
Χρειάζεται αλήθεια, λογοδοσία και σπάσιμο της ασυλίας των ισχυρών.
Γιατί όσο τα ΜΜΕ κυνηγούν τις γραφικότητες, κάποιοι άλλοι κυνηγούν τα σπίτια των Ελλήνων.

