Το κράτος εμφανίζεται ως προστάτης των πολιτών, ενώ την ίδια ώρα εισπράττει τεράστια ποσά από μία αγορά που διαλύει οικογένειες, γεννά χρέη και εθίζει όλο και νεότερες ηλικίες
Ο τζόγος στην Ελλάδα δεν είναι πια μια περιστασιακή συνήθεια. Έχει μετατραπεί σε μια τεράστια βιομηχανία που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο, μέσα από κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, πρακτορεία, καζίνο, αθλητικές μεταδόσεις και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το στοίχημα έχει εισβάλει παντού.
Στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στις διαφημίσεις, στα βίντεο των influencers, ακόμη και στην καθημερινή γλώσσα των νέων. Η κοινωνία εκπαιδεύεται διαρκώς να θεωρεί φυσιολογικό ότι κάθε αγώνας, κάθε αποτέλεσμα και κάθε στιγμή μπορεί να γίνει ευκαιρία για ποντάρισμα.
Και την ίδια ώρα το κράτος εμφανίζεται να ανησυχεί.
Ανακοινώνει ελέγχους. Επιβάλλει πρόστιμα. Μιλά για παράνομες πλατφόρμες και «υπεύθυνο παιχνίδι». Προειδοποιεί για τον εθισμό.
Όμως αποφεύγει το βασικό ερώτημα:
Θέλει πραγματικά να μειώσει τον τζόγο ή απλώς να μεταφέρει τους παίκτες στις νόμιμες εταιρείες, ώστε να εισπράττει περισσότερους φόρους;
Ο παίκτης χάνει, η εταιρεία κερδίζει και το κράτος εισπράττει
Στο σημερινό μοντέλο υπάρχουν δύο σίγουροι κερδισμένοι: οι εταιρείες και το Δημόσιο.
Ο παίκτης μπορεί να χάσει τον μισθό του, τις οικονομίες του, το σπίτι του, ακόμη και την οικογένειά του. Η πλατφόρμα όμως θα έχει ήδη εισπράξει και το κράτος θα έχει ήδη παρακρατήσει το δικό του μερίδιο.
Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική.
Είναι συνεταιρισμός πάνω στην ανθρώπινη αδυναμία.
Δεν γίνεται το κράτος να χρηματοδοτεί τον προϋπολογισμό του από τον τζόγο και ταυτόχρονα να παριστάνει ότι πολεμά τον εθισμό με ένα μικρό μήνυμα στο κάτω μέρος της οθόνης.
Δεν γίνεται οι διαφημίσεις να υπόσχονται μπόνους, δωρεάν στοιχήματα και «μοναδικές ευκαιρίες» και στο τέλος να προστίθεται η φράση «παίξε υπεύθυνα», λες και αυτή αρκεί για να προστατεύσει τον εξαρτημένο.
Το «υπεύθυνο παιχνίδι» έγινε άλλοθι
Η έννοια του υπεύθυνου παιχνιδιού έχει χρησιμοποιηθεί ως επικοινωνιακή ασπίδα.
Η ευθύνη μεταφέρεται αποκλειστικά στον παίκτη.
Εάν χάσει, έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Εάν χρεωθεί, έπρεπε να βάλει όρια. Εάν εθιστεί, έπρεπε να σταματήσει εγκαίρως.
Όμως οι εταιρείες γνωρίζουν τα πάντα για τη συμπεριφορά του.
Γνωρίζουν πόσο καταθέτει, πόσο χάνει, πόσες ώρες παίζει, πότε κυνηγά τις απώλειές του και πότε βρίσκεται σε κατάσταση πανικού. Οι αλγόριθμοι μπορούν να εντοπίσουν τον κίνδυνο πολύ πριν από την οικονομική κατάρρευση.
Παρόλα αυτά, αντί να κλείνουν τον λογαριασμό, συχνά στέλνουν νέα προσφορά.
Αντί να προστατεύουν τον παίκτη, τον καλούν να επιστρέψει.
Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα στη διαφήμιση του στοιχήματος
Η μεγαλύτερη υποκρισία αφορά τους ανηλίκους.
Τυπικά δεν επιτρέπεται να παίζουν. Στην πράξη, όμως, μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το στοίχημα παρουσιάζεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του αθλητισμού.
Βλέπουν λογότυπα εταιρειών στις φανέλες, στα γήπεδα, στις τηλεοπτικές μεταδόσεις και στα κοινωνικά δίκτυα. Ακούνε αποδόσεις πριν από τον αγώνα και βλέπουν influencers να παρουσιάζουν το καζίνο ως εύκολη διασκέδαση.
Το παιδί μπορεί να μην έχει ακόμη λογαριασμό στοιχηματισμού.
Έχει όμως ήδη εκπαιδευτεί ως αυριανός πελάτης.
Τι θα έκανε ένα κράτος που πραγματικά ήθελε να μειώσει τον τζόγο
Θα περιόριζε δραστικά τη διαφήμιση.
Θα απαγόρευε την προβολή στοιχηματικών εταιρειών κατά τη διάρκεια αθλητικών μεταδόσεων και σε ώρες που παρακολουθούν παιδιά.
Θα επέβαλλε υποχρεωτικά όρια καταθέσεων, απωλειών και χρόνου παιχνιδιού.
Θα απαγόρευε τη χρήση πιστωτικών καρτών και δανεικών χρημάτων για τζόγο.
Θα δημιουργούσε έναν ενιαίο, άμεσο και καθολικό αυτοαποκλεισμό από όλες τις πλατφόρμες, τα πρακτορεία και τα καζίνο.
Θα υποχρέωνε τις εταιρείες να παγώνουν τους λογαριασμούς όταν εντοπίζουν επικίνδυνη συμπεριφορά.
Θα διέθετε σταθερό ποσοστό των εσόδων σε δημόσια προγράμματα πρόληψης, θεραπείας και στήριξης οικογενειών.
Και κυρίως, θα έβαζε ως στόχο να μειωθούν τα χρήματα που χάνονται στον τζόγο — όχι απλώς να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα.
Δεν αρκεί να είναι νόμιμος
Ένας νόμιμος τζόγος δεν είναι αυτομάτως και κοινωνικά ακίνδυνος.
Μία νόμιμη πλατφόρμα μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στην ίδια οικονομική και ψυχική καταστροφή με μία παράνομη.
Η νομιμότητα προστατεύει τα δημόσια έσοδα και ρυθμίζει την αγορά. Δεν θεραπεύει τον εθισμό, δεν επιστρέφει τα χαμένα χρήματα και δεν επανενώνει τις διαλυμένες οικογένειες.
Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «νόμιμος ή παράνομος τζόγος».
Το πραγματικό δίλημμα είναι εάν η Πολιτεία θα προστατεύσει τον άνθρωπο ή θα συνεχίσει να μετρά τα έσοδα που παράγει η απελπισία του.
Διότι όσο το κράτος κερδίζει από κάθε ποντάρισμα, κάθε χαμένο δελτίο και κάθε εξαρτημένο παίκτη, η καχυποψία θα παραμένει δικαιολογημένη:
Θέλουν να μειώσουν τον τζόγο ή απλώς να φορολογούν την καταστροφή;

