Η ανάρτηση του Νίκου Παππίγκη φέρνει στην ελληνική συζήτηση ένα εκρηκτικό ερώτημα: ποιος πληρώνει τελικά την ενημέρωση;
Με αφορμή δημόσια ανάρτηση του Νίκου Παππίγκη, έρχεται στο ελληνικό προσκήνιο ένα μεγάλο ζήτημα που ήδη προκαλεί πολιτική και δημοσιογραφική αναταραχή στην Ιταλία: η κρατική χρηματοδότηση των εφημερίδων και το κατά πόσο αυτή υπηρετεί την πολυφωνία ή συντηρεί ένα σύστημα εξάρτησης ανάμεσα σε ΜΜΕ, πολιτική εξουσία και δημόσιο χρήμα.
Στην Ιταλία, η ένωση Schierarsi, που συνδέεται με τον πρώην βουλευτή και πολιτικό αναλυτή Alessandro Di Battista, έχει ανοίξει καμπάνια για δημοψήφισμα με στόχο την κατάργηση της δημόσιας χρηματοδότησης προς τον Τύπο. Προηγουμένως, η ίδια η οργάνωση είχε θέσει στα μέλη της το ερώτημα αν πρέπει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μέσω δημοψηφίσματος.
Το ερώτημα που καίει: ενημέρωση ή εξάρτηση;
Το ζήτημα δεν είναι απλώς ιταλικό. Είναι βαθιά ευρωπαϊκό. Σε μια εποχή όπου οι εφημερίδες χάνουν αναγνώστες, τα έντυπα πιέζονται οικονομικά και η ενημέρωση περνά όλο και περισσότερο από πλατφόρμες, κρατικές ενισχύσεις και επιχειρηματικά κέντρα, το βασικό ερώτημα επιστρέφει πιο σκληρό από ποτέ:
Μπορεί ένα μέσο ενημέρωσης να ελέγχει πραγματικά την εξουσία, όταν εξαρτάται οικονομικά από το κράτος;
Οι υποστηρικτές των επιδοτήσεων απαντούν ότι χωρίς δημόσια στήριξη κινδυνεύουν η πολυφωνία, οι μικρές εφημερίδες, οι συνεταιριστικές εκδόσεις, τα μη κερδοσκοπικά μέσα και οι φωνές που δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνο από την αγορά. Οι επικριτές, όμως, βλέπουν ένα άλλο πρόβλημα: δημόσιο χρήμα που καταλήγει να στηρίζει εφημερίδες με πολιτική κατεύθυνση, χαμηλή εμπορική απήχηση και σταθερή πρόσβαση σε κρατικά ταμεία.
Σύμφωνα με ιταλικά δημοσιεύματα, η καμπάνια επιδιώκει τη συγκέντρωση των 500.000 υπογραφών που απαιτούνται ώστε να προχωρήσει δημοψήφισμα, ενώ οι υπογραφές μπορούν να κατατεθούν και ηλεκτρονικά μέσω των ιταλικών ψηφιακών μηχανισμών ταυτοποίησης.
Τα εκατομμύρια του Τύπου
Η ιταλική συζήτηση φούντωσε επειδή οι αριθμοί είναι μεγάλοι. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στην Ιταλία, για το 2024 το σχετικό ταμείο δημόσιας στήριξης του Τύπου ανήλθε σε 104,8 εκατομμύρια ευρώ, από 95,6 εκατομμύρια το 2023, με 153 δικαιούχες εκδοτικές επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις εφημερίδες που αναφέρονται ως δικαιούχοι βρίσκονται οι Dolomiten, Famiglia Cristiana, Avvenire, Libero, ItaliaOggi και Il Foglio.
Εδώ ακριβώς μπαίνει το πολιτικό και ηθικό ζήτημα. Όταν ένα έντυπο δεν επιβιώνει κυρίως από τους αναγνώστες του αλλά από κρατικούς μηχανισμούς ενίσχυσης, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να μένει στο τεχνικό επίπεδο. Δεν είναι απλώς «επιδότηση». Είναι σχέση εξάρτησης. Και κάθε σχέση εξάρτησης στον χώρο της ενημέρωσης γεννά ερωτήματα.
Όχι απαραίτητα επειδή κάθε επιδοτούμενη εφημερίδα είναι προβληματική. Αλλά επειδή κάθε ευρώ δημοσίου χρήματος προς τα ΜΜΕ πρέπει να ελέγχεται με απόλυτη διαφάνεια. Ποιος το παίρνει; Με ποια κριτήρια; Για ποιον σκοπό; Με ποια απήχηση στην κοινωνία; Και με ποια πραγματική ανεξαρτησία απέναντι στην πολιτική εξουσία;
Η περίπτωση του Il Foglio
Στην ανάρτηση του Νίκου Παππίγκη γίνεται ειδική αναφορά στην εφημερίδα Il Foglio, η οποία εδώ και χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τις κρατικές ενισχύσεις στον ιταλικό Τύπο.
Το 2015, το Il Fatto Quotidiano είχε υπολογίσει ότι το Il Foglio έλαβε από το 1997 έως το 2013 δημόσιες ενισχύσεις συνολικού ύψους 50.899.407,39 ευρώ. Το ίδιο δημοσίευμα ανέφερε ότι η εφημερίδα αξιοποίησε αρχικά το πλαίσιο των εφημερίδων-οργάνων πολιτικών κινήσεων και στη συνέχεια το καθεστώς των συνεταιριστικών σχημάτων για να συνεχίσει να λαμβάνει χρηματοδότηση.
Η συζήτηση δεν σταμάτησε εκεί. Το 2024, η πλατφόρμα ελέγχου γεγονότων Facta διέψευσε ισχυρισμό που κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα ότι το Il Foglio είχε δήθεν παραιτηθεί από τις δημόσιες ενισχύσεις. Σύμφωνα με το Facta, το Il Foglio εξακολουθούσε να λαμβάνει άμεση δημόσια χρηματοδότηση, ενώ για το 2023 αναφερόταν πρώτη δόση ύψους 1.039.757,19 ευρώ.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μια εφημερίδα έχει νόμιμο δικαίωμα να λάβει ενίσχυση. Το ζήτημα είναι αν ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να θεωρείται υγιές, όταν η ίδια η ενημέρωση καλείται να ελέγχει εκείνους που αποφασίζουν τους κανόνες και τις παρατάσεις της χρηματοδότησής της.
Η σιωπή που γίνεται πολιτικό θέμα
Στην ανάρτησή του, ο Νίκος Παππίγκης σημειώνει ότι τέτοια θέματα δύσκολα φτάνουν στα μεγάλα κανάλια και στις μεγάλες εφημερίδες. Και εδώ υπάρχει ένα προφανές πρόβλημα: όταν ένα θέμα αφορά άμεσα το οικονομικό μοντέλο των ίδιων των μέσων ενημέρωσης, ποιος θα το ανοίξει πραγματικά;
Η σιωπή, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική στάση. Γιατί ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν τα μέσα από τα οποία ενημερώνεται στηρίζονται από την αγορά, από τους αναγνώστες, από επιχειρηματικά συμφέροντα, από κρατικές ενισχύσεις ή από έναν συνδυασμό όλων αυτών.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν φιμώνεται ο Τύπος. Απειλείται και όταν ο Τύπος μετατρέπεται σε εξαρτημένο μηχανισμό, που εμφανίζεται ως ανεξάρτητος ενώ στην πραγματικότητα αναπνέει μέσα από δημόσιες ροές χρήματος.
Πλουραλισμός ή κρατικοδίαιτη ενημέρωση;
Ασφαλώς, το επιχείρημα της πολυφωνίας δεν είναι αμελητέο. Υπάρχουν μικρά μέσα, τοπικές φωνές, μειονοτικές εκδόσεις και ανεξάρτητα σχήματα που μπορεί να χρειάζονται θεσμική στήριξη για να επιβιώσουν απέναντι σε γίγαντες της αγοράς και των πλατφορμών.
Όμως άλλο η στοχευμένη, διαφανής και αυστηρά ελεγχόμενη στήριξη της πολυφωνίας και άλλο η διαρκής συντήρηση εκδοτικών μηχανισμών που έχουν πολιτική ισχύ, ιδεολογικό ρόλο και πρόσβαση σε κρατικό χρήμα.
Αν η κρατική ενίσχυση γίνεται χωρίς αυστηρά κριτήρια, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, χωρίς πραγματική αξιολόγηση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας, τότε δεν προστατεύει την ενημέρωση. Την αγοράζει. Ή, τουλάχιστον, δημιουργεί την υποψία ότι μπορεί να την αγοράζει.
Και αυτή η υποψία αρκεί για να τραυματίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Το μήνυμα πέρα από την Ιταλία
Το ιταλικό δημοψήφισμα, ανεξάρτητα από την τελική του τύχη, ανοίγει μια συζήτηση που αφορά και την Ελλάδα. Διότι και εδώ η σχέση ΜΜΕ, κρατικής διαφήμισης, δημοσίων κονδυλίων, επιχειρηματικών συμφερόντων και πολιτικής εξουσίας παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της δημόσιας ζωής.
Η ενημέρωση δεν μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη από τον πολίτη και ταυτόχρονα να αποφεύγει τη διαφάνεια για τα οικονομικά της. Δεν μπορεί να απαιτεί λογοδοσία από την εξουσία, αλλά να μη λογοδοτεί η ίδια για τις πηγές χρηματοδότησής της.
Γιατί στο τέλος, ο πολίτης πληρώνει. Πληρώνει ως φορολογούμενος. Πληρώνει ως αναγνώστης. Πληρώνει ως κοινωνία όταν η ενημέρωση μετατρέπεται από δημόσιο αγαθό σε μηχανισμό επιρροής.
Και τότε το ερώτημα γίνεται αμείλικτο:
Πληρώνουμε την ενημέρωση ή πληρώνουμε την προπαγάνδα;

