Η υπόθεση Βαρβιτσιώτη – Δενδρινού, το αφήγημα Μητσοτάκη για τις Πρέσπες και η βαριά σκιά των μηχανισμών προπαγάνδας
Υπάρχουν πολιτικά ψέματα που λέγονται μία φορά. Και υπάρχουν πολιτικά ψέματα που γίνονται κανονικότητα, σύνθημα, προεκλογικό όπλο και μετά ζητούν από την κοινωνία να τα ξεχάσει.
Η ιστορία με το βιβλίο της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Η τελευταία μπλόφα, δεν είναι απλώς μια φιλολογική παρεξήγηση. Είναι μια υπόθεση πολιτικής ευθύνης.
Για χρόνια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία χρησιμοποίησαν το αφήγημα ότι ο Αλέξης Τσίπρας δήθεν «αντάλλαξε» τη Συμφωνία των Πρεσπών με τη μη περικοπή των συντάξεων. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε σχετικά, ο κ. Μητσοτάκης είχε επικαλεστεί το βιβλίο των δύο δημοσιογράφων, λέγοντας ότι «δεν το είπε ο ίδιος» αλλά ότι το έγραψαν εκείνες. Το επίμαχο απόσπασμα επανήλθε τις τελευταίες ημέρες στη δημόσια συζήτηση.
Και τώρα οι δύο δημοσιογράφοι απαντούν ότι στο βιβλίο τους δεν υπάρχει τέτοια συσχέτιση: ούτε άμεση ούτε έμμεση σύνδεση της Συμφωνίας των Πρεσπών με τη μη περικοπή των συντάξεων, όπως αναφέρουν δημοσιεύματα που μεταφέρουν την απάντησή τους.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό:
αν αυτό δεν το έγραψαν, γιατί άφησαν τόσα χρόνια να κυκλοφορεί ως πολιτικό όπλο με το όνομά τους;
Δεν αρκεί να λες εκ των υστέρων «δεν το είπα έτσι». Όταν μια φράση, ένα βιβλίο, μια δημοσιογραφική εργασία γίνεται πολεμοφόδιο σε μια εκστρατεία σπίλωσης, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ανοχή.
Και η ανοχή, σε τέτοιες περιπτώσεις, έχει πολιτικό βάρος.
Η «ερευνητική δημοσιογραφία» δεν είναι επιλεκτικό επάγγελμα
Αν κάποιος θέλει να εμφανίζεται ως ερευνητής της αλήθειας, δεν μπορεί να επιλέγει μόνο τις αλήθειες που βολεύουν. Η έρευνα δεν σταματά εκεί όπου αρχίζουν οι πολιτικές συγγένειες, οι οικογενειακές διαδρομές, τα επικοινωνιακά συμφέροντα και οι σχέσεις με την εξουσία.
Γιατί στην Ελλάδα υπάρχει ένα μόνιμο πρόβλημα:
άλλο πράγμα η δημοσιογραφία και άλλο πράγμα η δημοσιογραφία που λειτουργεί σαν παρακολούθημα πολιτικών αφηγημάτων.
Όταν ένα αφήγημα χτίζεται, αναπαράγεται, γίνεται σημαία και μετά καταρρέει, δεν φταίει μόνο αυτός που το είπε. Φταίνε και όσοι το είδαν να κυκλοφορεί με το δικό τους όνομα στο φόντο και δεν έσπευσαν εγκαίρως να το διαψεύσουν.
Η λάσπη, όταν πέφτει στον ανεμιστήρα, δεν λερώνει μόνο τον στόχο. Λερώνει και το χέρι που τον άναψε.
Και μετά υπάρχει η «Ομάδα Αλήθειας»
Η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει μόνο στο βιβλίο. Γιατί γύρω από τη Νέα Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια έχει στηθεί ολόκληρο οικοσύστημα επικοινωνιακής ισχύος, πολιτικής στοχοποίησης και διαδικτυακής επιθετικότητας.
Η λεγόμενη «Ομάδα Αλήθειας» έχει βρεθεί στο επίκεντρο δημοσιευμάτων για σχέσεις με την Blue Skies και πρόσωπα του χώρου της πολιτικής επικοινωνίας, μεταξύ των οποίων και ο Θωμάς Βαρβιτσιώτης, συνδεδεμένος με την εταιρεία V+O, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Inside Story και άλλων μέσων.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, έχει απορρίψει τις καταγγελίες περί οργανικής σχέσης με τη ΝΔ ή το Μαξίμου, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να υποστηρίζει ότι πρόκειται για ιδιώτες με πολιτική τοποθέτηση.
Ωραία. Ας γίνει λοιπόν έρευνα. Ας ανοίξουν όλα. Ποιοι πληρώνονται, από ποιους, για ποιες υπηρεσίες, με ποια συμβόλαια, με ποιες διαδρομές χρήματος και με ποια πολιτική σκοπιμότητα.
Γιατί όταν μιλάμε για «αλήθεια», δεν γίνεται να ζητάμε λογοδοσία μόνο από τους αντιπάλους. Η αλήθεια ή είναι πλήρης ή είναι εργαλείο προπαγάνδας.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν ο Μητσοτάκης παραποίησε ένα βιβλίο.
Το ζήτημα είναι αν ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα έμαθε να κατασκευάζει κατηγορίες, να τις βαφτίζει «αλήθεια», να τις σπρώχνει στα ΜΜΕ και στα social media και μετά, όταν αποκαλύπτεται το κενό, να κάνει πως δεν συνέβη τίποτα.
Δεν συνέβη όμως «τίποτα».
Συνέβη πολιτική εξαπάτηση.
Συνέβη στοχοποίηση.
Συνέβη εργαλειοποίηση της δημοσιογραφίας.
Συνέβη η γνωστή ελληνική μέθοδος: πρώτα ρίχνουμε τη λάσπη, μετά μετράμε ποιος πρόλαβε να λερωθεί.
Και εδώ οι ευθύνες είναι πολλαπλές.
Ευθύνη έχει όποιος είπε το ψέμα.
Ευθύνη έχει όποιος το αναπαρήγαγε.
Ευθύνη έχει και όποιος, ενώ έβλεπε το όνομά του να χρησιμοποιείται ως άλλοθι, σιώπησε.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους εργολάβους της «αλήθειας». Χρειάζεται πραγματική λογοδοσία.
Αν το βιβλίο δεν έλεγε αυτό που έλεγε ο Μητσοτάκης, τότε κάποιοι πρέπει να εξηγήσουν γιατί άφησαν το ψέμα να κάνει καριέρα.
Και αν κάποιοι θέλουν να κάνουν έρευνα, ας την κάνουν μέχρι τέλους: όχι μόνο για τον Τσίπρα, όχι μόνο για τις Πρέσπες, όχι μόνο για τις συντάξεις.
Ας ψάξουν και τους μηχανισμούς που χρόνια τώρα ντύνονται με τη λέξη «αλήθεια», ενώ στην πράξη λειτουργούν σαν εργοστάσια πολιτικής λάσπης.
Γιατί η αλήθεια δεν φοβάται την έρευνα.
Τη φοβούνται μόνο εκείνοι που την επικαλούνται όταν τους συμφέρει.

