Ο Σύλλογος Εργαζομένων περιγράφει επαναλαμβανόμενες πλημμύρες με λύματα σε χώρους νοσηλείας, μιλά για άμεσο κίνδυνο για ασθενείς και προσωπικό και θέτει ευθέως ζήτημα τεχνικών αστοχιών σε ένα νοσοκομείο που λειτουργεί μόλις από το 2020.
Όταν σε ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν τρέχει μόνο η αγωνία των ασθενών αλλά και τα λύματα στους θαλάμους, τότε δεν μιλάμε για μια «δυσλειτουργία». Μιλάμε για θεσμικό, υγειονομικό και διοικητικό εξευτελισμό. Η σημερινή καταγγελία του Συλλόγου Εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκίδας δεν αφήνει περιθώρια για ωραιοποιήσεις: περιγράφει μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση που, αν επιβεβαιώνεται ως έχει, συνιστά σκάνδαλο πρώτης γραμμής μέσα σε μια δημόσια δομή υγείας.
Σύμφωνα με την επίσημη καταγγελία, το πρόβλημα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε μεμονωμένο. Οι υπερχειλίσεις λυμάτων, όπως αναφέρεται, εμφανίζονται κατ’ επανάληψη, από σωληνώσεις ανώτερων ορόφων προς κατώτερους χώρους, πλήττοντας θαλάμους ασθενών, νοσηλευτικά τμήματα και χώρους αποθήκευσης υλικών. Το πιο πρόσφατο περιστατικό, κατά τον Σύλλογο, σημειώθηκε τη Δευτέρα 20 Απριλίου. Και μόνο αυτή η φράση αρκεί για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αποτυχίας: σε νοσοκομείο του 2026, εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι οι χώροι περίθαλψης πνίγονται στα λύματα.
Το ακόμη πιο βαρύ στοιχείο είναι ότι οι εργαζόμενοι δεν περιγράφουν απλώς μία βλάβη. Περιγράφουν μια παγιωμένη κατάσταση, η οποία, όπως λένε, συνεχίζεται παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις. Αυτό σημαίνει ένα από τα δύο: είτε οι παρεμβάσεις είναι πρόχειρες και ανεπαρκείς είτε κανείς δεν θέλει να αγγίξει την πραγματική ρίζα του προβλήματος. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι ασθενείς εκτίθενται, το προσωπικό εργάζεται σε συνθήκες ντροπής και η λειτουργία της μονάδας διαλύεται.
Η καταγγελία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο σημείο όπου απορρίπτεται η εύκολη δικαιολογία ότι για όλα φταίνε οι ασθενείς ή οι εργαζόμενοι που ρίχνουν ακατάλληλα υλικά στην αποχέτευση. Ο Σύλλογος ουσιαστικά λέει αυτό που πολλοί σκέφτονται και λίγοι τολμούν να διατυπώσουν δημόσια: δεν γίνεται ένα τόσο συστηματικό και επαναλαμβανόμενο φαινόμενο να βαφτίζεται κάθε φορά «ανθρώπινο λάθος» για να μένουν στο απυρόβλητο οι τεχνικές ελλείψεις, οι πιθανές κακοτεχνίες και οι δομικές αδυναμίες.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το βαρύτερο πολιτικό και διοικητικό ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν ένα νέο νοσοκομείο, που λειτουργεί μόλις λίγα χρόνια, να καταγγέλλεται ότι παρουσιάζει τέτοιας έντασης και τέτοιας συχνότητας πρόβλημα σε ένα τόσο κρίσιμο δίκτυο; Ποιος έλεγξε; Ποιος παρέλαβε; Ποιος πιστοποίησε ότι όλα έγιναν σωστά; Και κυρίως: ποιος θα λογοδοτήσει αν αποδειχθεί ότι δεν έχουμε μπροστά μας μια απλή βλάβη, αλλά μια αλυσίδα από αστοχίες, πρόχειρες λύσεις και διοικητική αδιαφορία;
Οι εργαζόμενοι ζητούν άμεσο έλεγχο, τεχνική πραγματογνωμοσύνη, ουσιαστικά μέτρα αποκατάστασης και αυστηρά πρωτόκολλα υγιεινής. Ζητούν, δηλαδή, τα αυτονόητα. Το εξοργιστικό είναι ότι σε ένα νοσοκομείο δεν θα έπρεπε να χρειάζεται καν καταγγελία για να ενεργοποιηθούν αυτά. Θα έπρεπε να αποτελούν αυτόματο μηχανισμό ευθύνης, επιτήρησης και προστασίας.
Σε μια χώρα που διαφημίζει συνεχώς «αναβαθμίσεις» στο ΕΣΥ, η εικόνα ενός νοσοκομείου να καταγγέλλεται για λύματα στους χώρους νοσηλείας είναι κάτι πολύ περισσότερο από διοικητική αποτυχία. Είναι δημόσιος εξευτελισμός. Γιατί όταν το νοσοκομείο δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε την στοιχειώδη υγιεινή, τότε δεν νοσεί μόνο το κτίριο. Νοσεί ολόκληρο το κράτος.

