Ο άνθρωπος της νομισματικής σταθερότητας, της παραγωγής και των «δίδυμων πλεονασμάτων» θα έβλεπε σήμερα μια χώρα που πανηγυρίζει δείκτες, αλλά δυσκολεύεται να στηρίξει την πραγματική οικονομία.
Αν ο Ξενοφών Ζολώτας μπορούσε να παρακολουθήσει σήμερα τη δημόσια συζήτηση για την ελληνική οικονομία, πιθανότατα δεν θα εντυπωσιαζόταν από τις εύκολες θριαμβολογίες. Ούτε από τους αριθμούς χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα. Ούτε από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις που παρουσιάζουν κάθε βελτίωση δείκτη ως εθνικό θρίαμβο, την ώρα που η παραγωγική βάση παραμένει εύθραυστη, η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά και η μικρομεσαία επιχείρηση ζει σε μόνιμη ασφυξία.
Ο Ζολώτας υπήρξε ο άνθρωπος που συνέδεσε την οικονομική πολιτική με τρεις λέξεις που σήμερα ακούγονται σχεδόν ενοχλητικές: σταθερότητα, παραγωγή, σοβαρότητα. Ως καθηγητής, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και αργότερα πρωθυπουργός της οικουμενικής κυβέρνησης, υπερασπίστηκε την ανάγκη μιας οικονομίας που δεν στηρίζεται μόνο στην κατανάλωση, στον δανεισμό και στις προσωρινές ενέσεις ρευστότητας, αλλά σε παραγωγικά έργα, βιομηχανική ανάπτυξη, εξωστρέφεια και δημοσιονομική πειθαρχία.
Θα ρωτούσε: «Πού είναι η παραγωγή;»
Το πρώτο ερώτημα που θα έθετε σήμερα ο Ζολώτας δεν θα ήταν αν η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερους δημοσιονομικούς δείκτες. Θα ήταν βαθύτερο και πολύ πιο ενοχλητικό: τι παράγει η χώρα;
Διότι για τον Ζολώτα, η οικονομική ανάπτυξη δεν ήταν λογιστική άσκηση. Δεν ήταν επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν ήταν ένα δελτίο Τύπου με ποσοστά, επενδυτικές βαθμίδες και αισιόδοξες προβλέψεις. Ήταν η ικανότητα μιας χώρας να δημιουργεί πλούτο, να αξιοποιεί τις εγχώριες πηγές της, να περιορίζει τα ελλείμματά της, να αυξάνει το βιοτικό επίπεδο μέσα από πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.
Σήμερα, θα έβλεπε μια οικονομία που συχνά βαφτίζει «ανάπτυξη» την κατανάλωση, την οικοδομή, τον τουρισμό και τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Θα αναγνώριζε ασφαλώς τη σημασία τους. Αλλά θα προειδοποιούσε ότι μια χώρα δεν μπορεί να σταθεί μακροπρόθεσμα όταν η παραγωγική της βάση παραμένει περιορισμένη, όταν η μεταποίηση δεν γίνεται εθνική προτεραιότητα, όταν η ενέργεια παραμένει δομικό κόστος και όταν το εμπορικό ισοζύγιο εξακολουθεί να αποκαλύπτει τη βαθιά εξάρτηση της οικονομίας.
Δεν θα χειροκροτούσε την ακρίβεια ως «εισαγόμενο φαινόμενο»
Ο Ζολώτας γνώριζε καλά τι σημαίνει πληθωρισμός. Δεν θα αντιμετώπιζε την ακρίβεια ως επικοινωνιακό μπελά, ούτε ως κάτι που απλώς «έρχεται απ’ έξω». Θα τη θεωρούσε απειλή για την κοινωνική συνοχή, τη νομισματική σταθερότητα και την ίδια τη λειτουργία της αγοράς.
Θα έλεγε ότι όταν οι τιμές τρέχουν ταχύτερα από τα εισοδήματα, όταν οι μισθοί δεν επαρκούν, όταν το κόστος ζωής απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, τότε η οικονομία δεν μπορεί να πανηγυρίζει. Μπορεί να εμφανίζει καλούς αριθμούς στα χαρτιά, αλλά στην πράξη παράγει ανασφάλεια.
Και θα ήταν αυστηρός απέναντι σε κάθε κυβέρνηση που περιορίζεται σε επιδόματα, pass και προσωρινές παρεμβάσεις. Όχι γιατί αυτά δεν ανακουφίζουν σε στιγμές ανάγκης, αλλά γιατί δεν λύνουν το πρόβλημα. Το συγκαλύπτουν. Μια οικονομία που χρειάζεται συνεχώς επιδόματα για να αντέξει η κοινωνία, δεν είναι ισχυρή οικονομία. Είναι οικονομία που καθυστερεί να κοιτάξει την αλήθεια της.
Θα θύμιζε τα «δίδυμα ελλείμματα»
Στην πολιτική γλώσσα της εποχής μας, τα ελλείμματα συχνά εξαφανίζονται πίσω από ωραίους τίτλους. Ο Ζολώτας, όμως, θα επέμενε στην ουσία. Θα μιλούσε ξανά για τα δίδυμα ελλείμματα, για τον κίνδυνο μιας χώρας που καταναλώνει περισσότερο απ’ όσο παράγει και που καλύπτει τις αδυναμίες της με δανεισμό, εισαγωγές και εξωτερικές εξαρτήσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι η έκθεση της Επιτροπής Αγγελοπούλου, επί κυβέρνησης Ζολώτα, έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για τα δίδυμα ελλείμματα, τον πληθωρισμό και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Εκείνη η προειδοποίηση μοιάζει σήμερα ανησυχητικά επίκαιρη.
Διότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ μόνο το ύψος του χρέους. Ήταν και το ερώτημα τι κάνει η χώρα με τους πόρους που διαθέτει. Τους μετατρέπει σε παραγωγική ισχύ ή σε πρόσκαιρη κατανάλωση; Χτίζει ανθεκτική οικονομία ή αγοράζει πολιτικό χρόνο; Επενδύει σε βιομηχανία, τεχνολογία, εκπαίδευση και ενέργεια ή ανακυκλώνει το ίδιο μοντέλο εξάρτησης;
Δεν θα αρκούνταν στην «επενδυτική βαθμίδα»
Η σημερινή πολιτική εξουσία συχνά παρουσιάζει την επενδυτική βαθμίδα, τις αγορές και τους θετικούς διεθνείς σχολιασμούς ως απόδειξη επιτυχίας. Ο Ζολώτας θα τα έπαιρνε σοβαρά, αλλά δεν θα τα θεωρούσε αρκετά.
Θα ρωτούσε:
Πόσες παραγωγικές επενδύσεις έγιναν;
Πόσες σταθερές και καλά αμειβόμενες δουλειές δημιουργήθηκαν;
Πόσο μειώθηκε η εξάρτηση από εισαγωγές;
Πόσο ισχυροποιήθηκε η ελληνική βιομηχανία;
Πόσο βελτιώθηκε πραγματικά το βιοτικό επίπεδο;
Διότι άλλο πράγμα είναι η δημοσιονομική εικόνα μιας χώρας και άλλο η καθημερινή πραγματικότητα των πολιτών της. Άλλο πράγμα είναι να σε εμπιστεύονται οι αγορές και άλλο να σε εμπιστεύεται η κοινωνία. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια οικονομία να θεωρείται επιτυχημένη όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι ζει μόνιμα στο όριο;
Θα ήταν απέναντι στον λαϊκισμό, αλλά και στην αυτάρεσκη εξουσία
Ο Ζολώτας δεν θα χάιδευε αυτιά. Δεν θα υιοθετούσε εύκολες αντιπολιτευτικές κορώνες. Δεν θα πρότεινε μια οικονομία χωρίς κανόνες, χωρίς πειθαρχία, χωρίς ευθύνη. Θα ήταν απέναντι στον λαϊκισμό της ανεξέλεγκτης παροχολογίας.
Αλλά το ίδιο αυστηρός θα ήταν και απέναντι στην αυτάρεσκη εξουσία που μιλά για επιτυχίες χωρίς να ακούει την κοινωνία. Θα απέρριπτε την ιδέα ότι η οικονομία είναι μόνο αριθμοί. Θα θύμιζε ότι η σταθερότητα δεν είναι αυτοσκοπός αν δεν οδηγεί σε κοινωνική αντοχή, παραγωγική δύναμη και εθνική αυτοπεποίθηση.
Η δημοσιονομική σοβαρότητα χωρίς παραγωγικό σχέδιο γίνεται λογιστική διαχείριση. Η ανάπτυξη χωρίς δίκαιη διάχυση γίνεται προνόμιο λίγων. Και η πολιτική που δεν συνδέει τους αριθμούς με την καθημερινότητα καταλήγει να μιλά μόνη της.
Το μήνυμα Ζολώτα στη σημερινή Ελλάδα
Αν ο Ζολώτας μιλούσε σήμερα, ίσως το μήνυμά του να ήταν απλό:
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες πανηγυρικές ανακοινώσεις. Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση. Δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή αισιοδοξία. Χρειάζεται σοβαρό σχέδιο. Δεν χρειάζεται να μετρά μόνο την ανάπτυξη στα ποσοστά. Πρέπει να τη μετρά στο εισόδημα, στην εργασία, στην αυτάρκεια, στην ανταγωνιστικότητα, στην αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής.
Και κυρίως, θα θύμιζε κάτι που η σημερινή πολιτική τάξη συχνά ξεχνά:
οικονομία χωρίς παραγωγή είναι εύθραυστη, οικονομία χωρίς σταθερότητα είναι επικίνδυνη, αλλά οικονομία χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα είναι πολιτικά κενή.
Ο Ζολώτας δεν θα ζητούσε θαύματα. Θα ζητούσε σοβαρότητα.
Και αυτό, στη σημερινή Ελλάδα, ίσως να ακούγεται πιο ριζοσπαστικό από κάθε σύνθημα.

