Από τη Νέα Υόρκη του Μαμντάνι μέχρι την Ελλάδα των μερισμάτων, το ίδιο σύστημα λέει στον εργαζόμενο «πλήρωσε» και στον πολύ πλούσιο «βρες τρόπο να μην εμφανίζεις εισόδημα».
Στη Νέα Υόρκη, ακόμη και μια σχετικά ήπια πρόταση να επιβαρυνθούν τα δεύτερα σπίτια αξίας άνω των 5 εκατ. δολαρίων παρουσιάζεται από το ιερατείο του πλούτου ως «ταξικός πόλεμος». Γιατί; Επειδή οι υπερπλούσιοι έχουν μάθει να θεωρούν φυσικό δικαίωμά τους να ζουν μέσα σε μια πόλη χωρίς να πληρώνουν ανάλογα για όσα απομυζούν από αυτήν.
Στην Ελλάδα, πάλι, δεν χρειάζεται καν να φωνάξεις «tax the rich» για να δεις τη στρέβλωση. Αρκεί να ανοίξεις τον φορολογικό κώδικα: τα μερίσματα φορολογούνται με 5%, τα κεφαλαιακά κέρδη με 15%, ενώ η ανώτατη κλίμακα για εισόδημα από εργασία φτάνει το 44%. Δηλαδή το σύστημα στέλνει καθαρό μήνυμα: ο μισθός είναι για να φορολογείται βαριά, το κεφάλαιο για να προστατεύεται.
Η ιδέα του Μαμντάνι δεν είναι «ακραία». Είναι το ελάχιστο.
Η ουσία της πρότασης στη Νέα Υόρκη δεν είναι να «τιμωρηθεί η επιτυχία». Είναι να πάψει η πόλη να λειτουργεί σαν θυρίδα πλούτου για ανθρώπους που αγοράζουν πανάκριβα ακίνητα όχι για να ζήσουν, αλλά για να παρκάρουν περιουσία. Η ίδια η κυβερνήτης της Πολιτείας πρότεινε surcharge στα δευτερεύοντα σπίτια άνω των 5 εκατ. δολαρίων, με στόχο έσοδα τουλάχιστον 500 εκατ. δολάρια ετησίως, σε μια περίοδο που ο δήμος ψάχνει πόρους για βασικές ανάγκες και κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό δεν είναι πόλεμος. Είναι στοιχειώδης δημοσιονομική λογική.
Το σκάνδαλο δεν είναι ότι οι πλούσιοι φορολογούνται. Είναι ότι σχεδόν δεν φορολογούνται.
Η μεγάλη αποκάλυψη της ProPublica δεν έδειξε κάποιο «παραστράτημα» του συστήματος. Έδειξε το ίδιο το σύστημα γυμνό. Οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί είδαν την περιουσία τους να αυξάνεται συνολικά κατά 401 δισ. δολάρια την περίοδο 2014-2018 και πλήρωσαν 13,6 δισ. σε ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος, δηλαδή έναν «πραγματικό» φορολογικό συντελεστή 3,4%. Παράλληλα, σοβαρές αναλύσεις στις ΗΠΑ επισημαίνουν ότι τα μη πραγματοποιημένα κεφαλαιακά κέρδη αποτελούν βασική πηγή οικονομικής ισχύος για τους υπερπλούσιους, ενώ η χρήση δανεισμού με ενέχυρο τον συσσωρευμένο πλούτο θεωρείται κεντρικό «παράθυρο» του συστήματος.
Η ελληνική εκδοχή δεν λέγεται «buy, borrow, die». Λέγεται «φορολογική προνομία του κεφαλαίου».
Στην Ελλάδα το αμερικανικό μοντέλο δεν αντιγράφεται αυτούσιο, αλλά η κατεύθυνση είναι ίδια: πιο ευνοϊκή μεταχείριση του εισοδήματος από κεφάλαιο σε σχέση με το εισόδημα από εργασία. Η ΑΑΔΕ καταγράφει 5% στα μερίσματα, 15% στα κεφαλαιακά κέρδη και έως 44% στην ανώτατη κλίμακα για εργασία. Την ίδια ώρα, ο ΟΟΣΑ δείχνει ότι η φορολογική σφήνα στην εργασία για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα ήταν 39,3% το 2024, με τη χώρα να βρίσκεται στη μέση-προς-υψηλή ζώνη του ΟΟΣΑ. Άρα το πρόβλημα δεν είναι απλώς «κάποιοι κρύβουν λεφτά». Είναι ότι ο νόμος ο ίδιος ανταμείβει τη μετατροπή του εισοδήματος σε κεφαλαιακή πρόσοδο.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο της εποχής μας: όχι ότι κάποιοι έγιναν πλούσιοι, αλλά ότι έστησαν κράτη και φορολογικά συστήματα όπου ο μισθωτός πληρώνει σαν υπήκοος και ο πολύ πλούσιος διαπραγματεύεται σαν φεουδάρχης.
Και όσο η εργασία φορολογείται ως βάρος, ενώ το κεφάλαιο χαϊδεύεται ως «επένδυση», τόσο η δημοκρατία θα μοιάζει λιγότερο με πολίτευμα και περισσότερο με τιμοκατάλογο επιρροής.
Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να «φοβηθούν οι πλούσιοι». Είναι να ξαναφοβηθεί η εξουσία τη λέξη που έχει ξεχάσει: φορολογική δικαιοσύνη.

