Ο πόλεμος δεν του έδωσε την πολιτική νίκη που περίμενε – Ο Τραμπ απομακρύνεται και ο Γκάντι Αϊζενκοτ απειλεί πλέον ευθέως την κυριαρχία του
Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει επιβιώσει πολιτικά από πολέμους, σκάνδαλα, δικαστικές περιπέτειες, κυβερνητικές κρίσεις και αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή τη φορά, όμως, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια συσσώρευση κρίσεων που απειλεί να κλείσει οριστικά τον πολιτικό του κύκλο.
Οι εκλογές που πρέπει να διεξαχθούν έως τα τέλη Οκτωβρίου δεν θα είναι μια συνηθισμένη αναμέτρηση. Θα είναι οι πρώτες εθνικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και θα λειτουργήσουν, αναπόφευκτα, ως δημοψήφισμα για τη διαχείριση της μεγαλύτερης κρίσης ασφαλείας που γνώρισε το Ισραήλ εδώ και δεκαετίες.
Ο Νετανιάχου θα ζητήσει και πάλι την ψήφο των Ισραηλινών παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον μοναδικό ηγέτη που μπορεί να υπερασπιστεί τη χώρα. Το επιχείρημά του, όμως, δεν είναι πλέον τόσο ισχυρό όσο στο παρελθόν.
Τρεις πόλεμοι, χωρίς καθαρή πολιτική νίκη
Το Ισραήλ έχει εμπλακεί τα τελευταία χρόνια σε διαδοχικά πολεμικά μέτωπα στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή του, οι συγκρούσεις δεν μετατράπηκαν σε μια αδιαμφισβήτητη πολιτική επιτυχία για τον Νετανιάχου.
Η Γάζα παραμένει ανοιχτή πληγή, η σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ δεν έχει δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα ασφαλείας του βόρειου Ισραήλ, ενώ το ιρανικό ζήτημα φαίνεται να περνά σταδιακά στα χέρια της Ουάσιγκτον.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επενδύσει πολιτικά στη στρατηγική του συνεργασία με τον Ντόναλντ Τραμπ. Υπολόγιζε ότι ένας κοινός θρίαμβος απέναντι στο Ιράν θα τον οδηγούσε στις κάλπες ως τον ηγέτη που άλλαξε τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Αντί γι’ αυτό, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αμερικανοϊρανική διαπραγμάτευση στην οποία το Ισραήλ δεν έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Από πολιτικό πλεονέκτημα, ο Τραμπ γίνεται βαρίδι
Η σχέση Νετανιάχου–Τραμπ, που άλλοτε προβαλλόταν ως σχεδόν αδιατάρακτη συμμαχία, παρουσιάζει πλέον εμφανείς ρωγμές.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει την αποκλιμάκωση και μια συμφωνία με την Τεχεράνη. Ο Νετανιάχου, αντιθέτως, επιμένει ότι οι ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες και οι οργανώσεις που στηρίζει το Ιράν εξακολουθούν να αποτελούν υπαρξιακή απειλή.
Οι δημόσιες διαφωνίες για τον Λίβανο, τη Χεζμπολάχ και τους όρους της συμφωνίας με το Ιράν έχουν μετατρέψει την Ουάσιγκτον από σταθερό εκλογικό πλεονέκτημα σε παράγοντα αβεβαιότητας για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Ο Νετανιάχου κινδυνεύει να εμφανιστεί στην προεκλογική περίοδο όχι ως ο ισχυρός συνομιλητής της Αμερικής, αλλά ως ένας ηγέτης που δεν μπορεί πλέον να επηρεάσει αποφασιστικά τις επιλογές της.
Ο Αϊζενκοτ δεν είναι πλέον απλώς ένας ακόμη αντίπαλος
Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή για τον Νετανιάχου μπορεί να προέρχεται από το εσωτερικό.
Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου Γκάντι Αϊζενκοτ εξελίσσεται ταχύτατα σε βασικό διεκδικητή της πρωθυπουργίας. Το κόμμα του, Γιασάρ, ανεβαίνει συνεχώς στις δημοσκοπήσεις και πλέον δεν περιορίζεται στον ρόλο μιας συμπληρωματικής δύναμης της αντιπολίτευσης.
Σε πρόσφατη μέτρηση το Γιασάρ εμφανίστηκε ισόπαλο με το Λικούντ, με 21 έδρες για κάθε κόμμα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ανησυχητικό αποτέλεσμα για τον Νετανιάχου, καθώς δείχνει ότι η πολιτική του κυριαρχία μπορεί να αμφισβητηθεί ακόμη και μέσα στον χώρο της ασφάλειας και της πατριωτικής Δεξιάς.
Ο Αϊζενκοτ δεν μπορεί εύκολα να κατηγορηθεί ως «αδύναμος» απέναντι στους εχθρούς του Ισραήλ. Υπήρξε ανώτατος στρατιωτικός, συμμετείχε στην κυβέρνηση πολέμου και γνωρίζει εκ των έσω τις αποφάσεις που ελήφθησαν μετά την 7η Οκτωβρίου.
Αυτό ακριβώς τον καθιστά επικίνδυνο για τον Νετανιάχου.
Το προσωπικό δράμα που συγκλόνισε το Ισραήλ
Ο Αϊζενκοτ διαθέτει επίσης ένα ισχυρό προσωπικό και ηθικό κεφάλαιο. Τον Δεκέμβριο του 2023 έχασε τον 25χρονο γιο του, Γκαλ, ο οποίος σκοτώθηκε πολεμώντας στη Γάζα. Στον ίδιο πόλεμο έχασε και δύο ανιψιούς του.
Η οικογενειακή αυτή τραγωδία δημιούργησε έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στον πρώην στρατηγό και σε μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας.
Η εικόνα του ανθρώπου που πλήρωσε προσωπικά το τίμημα του πολέμου συγκρίνεται αναπόφευκτα με εκείνη της οικογένειας Νετανιάχου και ιδιαίτερα του γιου του πρωθυπουργού, Γιαΐρ, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Αϊζενκοτ μπορεί έτσι να μιλήσει για τον πόλεμο όχι μόνο ως στρατηγός και πολιτικός, αλλά και ως πατέρας που έχασε το παιδί του στο πεδίο της μάχης.
Μπορεί να αποσπάσει ψηφοφόρους από το Λικούντ
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το Γιασάρ φαίνεται να προσελκύει πολίτες από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.
Από τη μία πλευρά, κερδίζει μετριοπαθείς ψηφοφόρους της Δεξιάς οι οποίοι δεν αποδέχονται τη διαρκή εξάρτηση του Νετανιάχου από τους ακραίους κυβερνητικούς εταίρους Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς.
Από την άλλη, προσελκύει κεντρώους και τμήματα της Αριστεράς, καθώς εμφανίζεται περισσότερο πραγματιστής στο Παλαιστινιακό και δεν απορρίπτει κατηγορηματικά μια μελλοντική λύση δύο κρατών.
Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύνθεση: στρατιωτική αξιοπιστία, μετριοπαθής πολιτική εικόνα και δυνατότητα διείσδυσης σε ακροατήρια που μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν κάτω από την ίδια κομματική στέγη.
Η εκστρατεία απαξίωσης έχει ήδη αρχίσει
Το επιτελείο του Νετανιάχου έχει αντιληφθεί τον κίνδυνο και επιχειρεί ήδη να αποδομήσει τον αντίπαλό του.
Ο Αϊζενκοτ παρουσιάζεται ως πολιτικά άπειρος, περιορισμένος στις διεθνείς επαφές και ανεπαρκής απέναντι στις απαιτήσεις της πρωθυπουργίας. Είναι η γνωστή τακτική του Νετανιάχου: κάθε αντίπαλος πρέπει να εμφανιστεί ως μικρός, ανέτοιμος και επικίνδυνος μπροστά στη δική του εμπειρία.
Ωστόσο, η ίδια η ένταση των επιθέσεων αποκαλύπτει ότι αυτή τη φορά το Λικούντ ανησυχεί πραγματικά.
Ο Νετανιάχου γνωρίζει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει πολιτικούς αντιπάλους όπως ο Γιαΐρ Λαπίντ ή ο Ναφτάλι Μπένετ με την παραδοσιακή πόλωση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Απέναντι στον Αϊζενκοτ, όμως, αυτή η στρατηγική είναι δυσκολότερη.
Ο πρώην στρατηγός μπορεί να τον αμφισβητήσει ακριβώς στο πεδίο όπου ο Νετανιάχου θεωρούσε ότι ήταν κυρίαρχος: την ασφάλεια.
Η δυσκολότερη μάχη του Νετανιάχου
Παρά τη δημοσκοπική του υποχώρηση, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ο Νετανιάχου πολιτικά τελειωμένος. Εξακολουθεί να διαθέτει έναν σκληρό και πειθαρχημένο κομματικό πυρήνα, τεράστια προεκλογική εμπειρία και εξαιρετική ικανότητα να μετατρέπει κάθε κρίση σε σύγκρουση ανάμεσα στον ίδιο και στους «εχθρούς του Ισραήλ».
Η εκλογική μάχη, όμως, δεν κρίνεται μόνο από το ποιο κόμμα θα καταλάβει την πρώτη θέση. Κρίνεται από το ποιος μπορεί να σχηματίσει πλειοψηφία 61 εδρών στην Κνεσέτ.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα του Νετανιάχου. Ακόμη και εάν το Λικούντ παραμείνει πρώτο κόμμα, η φθορά των κυβερνητικών του συμμάχων και η ενίσχυση ενός ευρύτερου αντικυβερνητικού συνασπισμού μπορεί να του στερήσουν την εξουσία.
Ο Αϊζενκοτ δεν έχει ακόμη κερδίσει. Έχει, όμως, καταφέρει κάτι που πριν από λίγους μήνες έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο: να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική λύση απέναντι στον άνθρωπο που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή του Ισραήλ για σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Οι κάλπες του Οκτωβρίου μπορεί να αποδειχθούν η τελευταία μεγάλη μάχη του Μπέντζαμιν Νετανιάχου — και ίσως η πρώτη στην οποία η πολιτική του επιβίωση δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον ίδιο.
