Όταν εκείνοι που κυβέρνησαν ζητούν ξανά πίστωση εμπιστοσύνης, η κοινωνία έχει δικαίωμα να θυμάται
Υπάρχει ένα σημείο στην πολιτική όπου η επικοινωνία σταματά να είναι στρατηγική και γίνεται πρόκληση. Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει στον δημόσιο λόγο μιλώντας για αξιοπρέπεια, ισχυρή δημοκρατία, εργασία, προστασία από την ακρίβεια και κανόνες στην οικονομία, δεν κρίνεται μόνο από αυτά που λέει σήμερα. Κρίνεται, κυρίως, από αυτά που έκανε όταν είχε την εξουσία στα χέρια του.
Και αυτό είναι το πρόβλημα του Αλέξη Τσίπρα.
Όχι ότι μιλά. Δικαίωμά του. Όχι ότι επιχειρεί πολιτική επανεκκίνηση. Θεμιτό. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει να ζητά από την κοινωνία να ξεχάσει. Να ξεχάσει το 2015. Να ξεχάσει το δημοψήφισμα. Να ξεχάσει το τρίτο μνημόνιο. Να ξεχάσει τις υποσχέσεις που έγιναν συντρίμμια. Να ξεχάσει τις πολιτικές ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν ποτέ.
Και τώρα έρχεται η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού και του πετάει κατά πρόσωπο αυτό που πολλοί σκέφτονται αλλά λίγοι λένε τόσο καθαρά: δεν έχουμε μνήμη χρυσόψαρου.
Η επιστροφή χωρίς αυτοκριτική είναι πολιτική ειρωνεία
Η πολιτική επιστροφή δεν είναι απλή υπόθεση. Θέλει απολογισμό. Θέλει γενναιότητα. Θέλει καθαρές κουβέντες. Θέλει να πεις: «εδώ έκανα λάθος, εδώ απέτυχα, εδώ δεν τόλμησα, εδώ συμβιβάστηκα».
Αντί γι’ αυτό, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται ξανά με λέξεις μεγάλες, σχεδόν άθικτες από την πραγματικότητα: αξιοπρέπεια, δημοκρατία, εργασία, οικονομία. Μόνο που οι λέξεις αυτές έχουν ιστορία. Και η ιστορία τους δεν γράφτηκε στα πάνελ. Γράφτηκε πάνω στις πλάτες μιας κοινωνίας που πλήρωσε βαρύ τίμημα.
Η ανακοίνωση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» είναι σκληρή γιατί χτυπά εκεί ακριβώς: στο χάσμα ανάμεσα στη σημερινή ρητορική και το κυβερνητικό παρελθόν. Διότι δεν γίνεται να μιλάς για αξιοπρέπεια χωρίς να απαντάς για το τρίτο μνημόνιο. Δεν γίνεται να μιλάς για ισχυρή δημοκρατία χωρίς να απαντάς για τις ασυλίες. Δεν γίνεται να μιλάς για κανόνες στις τράπεζες χωρίς να απαντάς για τον δρόμο που άνοιξε στα funds.
Η πολιτική μνήμη δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι δημοκρατικό καθήκον.
Το «ΟΧΙ» που έγινε «ΝΑΙ» δεν είναι υποσημείωση
Το 2015 δεν ήταν μια απλή πολιτική στιγμή. Ήταν τραύμα. Ήταν η στιγμή που ένα τεράστιο κοινωνικό κύμα μετατράπηκε σε κυβερνητικό συμβιβασμό. Το δημοψήφισμα δεν ήταν επικοινωνιακό εργαλείο. Ήταν κορυφαία δημοκρατική πράξη.
Και όταν το «ΟΧΙ» μετατράπηκε σε «ΝΑΙ», δεν άλλαξε απλώς μια διαπραγματευτική γραμμή. Κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την ίδια την πολιτική διαδικασία.
Γι’ αυτό και η σημερινή προσπάθεια να παρουσιαστεί ο πρώην πρωθυπουργός ως φορέας μιας νέας αρχής σκοντάφτει πάνω σε κάτι πολύ πιο δυνατό από την επικοινωνία: σκοντάφτει πάνω στη μνήμη.
Η κοινωνία μπορεί να κουράζεται. Μπορεί να απογοητεύεται. Μπορεί να θυμώνει. Αλλά δεν ξεχνά τόσο εύκολα όσο νομίζουν όσοι πέρασαν από την εξουσία και τώρα επιστρέφουν με καθαρό πουκάμισο, σαν να μην συνέβη τίποτα.
Τέμπη, Σύμβαση 717 και το ερώτημα της ευθύνης
Το πιο βαρύ σημείο της ανακοίνωσης είναι η αναφορά στα Τέμπη και στη Σύμβαση 717. Εκεί ο λόγος παύει να είναι απλώς πολιτικός. Γίνεται ηθικός.
Η Μαρία Καρυστιανού και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» συνδέουν την υπόθεση των Τεμπών με το διαχρονικό καθεστώς ευθυνών, καθυστερήσεων και θεσμικής προστασίας πολιτικών προσώπων. Και θέτουν το ερώτημα που καίει: ποιος πλήρωσε πραγματικά για όσα δεν έγιναν;
Όταν μια κοινωνία θρηνεί νεκρούς, δεν αντέχει άλλα μισόλογα. Δεν αντέχει γενικόλογες υποσχέσεις περί «ισχυρής δημοκρατίας». Δεν αντέχει πολιτικούς που ανακαλύπτουν την ανάγκη λογοδοσίας όταν βρίσκονται μακριά από το Μέγαρο Μαξίμου.
Η λογοδοσία δεν είναι σύνθημα αντιπολίτευσης. Είναι υποχρέωση εξουσίας.
Και εδώ είναι το κεντρικό πολιτικό καρφί: όποιος κυβέρνησε και δεν άλλαξε τους μηχανισμούς ατιμωρησίας, δεν μπορεί σήμερα να παριστάνει τον έκπληκτο μπροστά στην ατιμωρησία.
Τα funds και η λεηλασία της περιουσίας
Η ανακοίνωση αγγίζει και το ζήτημα των funds. Και εδώ ο συμβολισμός είναι τεράστιος.
Διότι χιλιάδες πολίτες είδαν τα δάνειά τους να περνούν σε μηχανισμούς απρόσωπους, επιθετικούς, αδιαφανείς στα μάτια της κοινωνίας. Είδαν σπίτια, κόπους ζωής, μικρές περιουσίες να μετατρέπονται σε αριθμούς σε χαρτοφυλάκια.
Και όταν σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για κανόνες στις τράπεζες και ισχυρή οικονομία, η απάντηση έρχεται αυτονόητα: ποιος άνοιξε τον δρόμο; Ποιος νομοθέτησε; Ποιος διαχειρίστηκε την κρίσιμη περίοδο; Ποιος έβαλε την υπογραφή του στις επιλογές που σήμερα εμφανίζονται ως κοινωνική πληγή;
Η πολιτική δεν είναι μόνο προθέσεις. Είναι αποτελέσματα.
Και τα αποτελέσματα τα έζησαν οι πολίτες, όχι οι επικοινωνιολόγοι.
Το άρθρο 86 και η δημοκρατία των προστατευμένων
Η αναφορά στο άρθρο 86 του Συντάγματος είναι ακόμη πιο βαθιά. Γιατί εκεί βρίσκεται ένας από τους πυρήνες της μεταπολιτευτικής δυσπιστίας: η αίσθηση ότι οι πολίτες δικάζονται κανονικά, αλλά οι πολιτικοί προστατεύονται ειδικά.
Όταν ο απλός πολίτης αισθάνεται ότι για εκείνον ο νόμος είναι αυστηρός, αλλά για την εξουσία ελαστικός, τότε η δημοκρατία τραυματίζεται. Όχι θεωρητικά. Πρακτικά.
Γι’ αυτό η κριτική προς τον Τσίπρα δεν είναι απλώς κομματική. Είναι θεσμική. Διότι ένας πρώην πρωθυπουργός που σήμερα μιλά για δημοκρατία χωρίς ασυλίες οφείλει να απαντήσει τι έκανε όταν είχε την κοινοβουλευτική δύναμη, την πολιτική επιρροή και το ιστορικό παράθυρο να συγκρουστεί με αυτό το καθεστώς.
Αν δεν το έκανε τότε, δεν αρκεί να το υπόσχεται τώρα.
Το παλιό σύστημα αλλάζει προσωπείο, όχι συνήθειες
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά. Είναι ότι πολλοί από όσους κυβέρνησαν επιστρέφουν σαν να μη κυβέρνησαν ποτέ. Σαν να ήταν σχολιαστές. Σαν να ήταν εξωτερικοί παρατηρητές. Σαν να μην υπέγραψαν, να μην αποφάσισαν, να μην συμβιβάστηκαν, να μην έκαναν επιλογές.
Αυτό είναι που εξοργίζει.
Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία ανακύκλωση πολιτικών προσώπων με νέο περιτύλιγμα. Έχει ανάγκη από ευθύνη. Από λογοδοσία. Από καθαρή μνήμη. Από το αυτονόητο: να μη ζητούν ξανά την εμπιστοσύνη μας όσοι δεν εξήγησαν πειστικά τι έκαναν με την προηγούμενη.
Ο Τσίπρας δεν έχει απέναντί του μόνο τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ ή τα νέα κόμματα. Έχει απέναντί του το ίδιο του το παρελθόν.
Και το παρελθόν, όσο κι αν το σπρώχνεις κάτω από το χαλί, έχει μια κακή συνήθεια: επιστρέφει.
Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να επιχειρεί νέα πολιτική αφήγηση. Μπορεί να ξαναχτίζει προφίλ. Μπορεί να μιλά για δημοκρατία, αξιοπρέπεια και οικονομική δικαιοσύνη.
Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με συνθήματα: η μνήμη.
Η μνήμη του δημοψηφίσματος.
Η μνήμη του τρίτου μνημονίου.
Η μνήμη των funds.
Η μνήμη της ατιμωρησίας.
Η μνήμη των Τεμπών.
Και αυτή η μνήμη δεν είναι χρυσόψαρου.
Είναι η μνήμη μιας κοινωνίας που πλήρωσε, πόνεσε, εξαπατήθηκε, θύμωσε και τώρα ακούει ξανά τους ίδιους ανθρώπους να της υπόσχονται λύτρωση.
Όχι, λοιπόν. Δεν τρώει κουτόχορτο η κοινωνία.
Και σίγουρα δεν ξέχασε ποιοι κυβέρνησαν, τι υποσχέθηκαν και τι άφησαν πίσω τους.

