Την ώρα που η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ήδη μετατραπεί σε σύμβολο διαφθοράς, πελατειακού κράτους και θεσμικής σήψης, έρχεται μια υπουργική απόφαση να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Όχι για να καθαρίσει το τοπίο. Όχι για να αποδοθούν ευθύνες. Αλλά για να γεννήσει την εύλογη υποψία πως κάποιοι δεν θέλουν να τιμωρηθούν οι παραβάσεις, αλλά να θαφτούν κάτω από διοικητικές ρυθμίσεις της τελευταίας στιγμής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική αθλιότητα της υπόθεσης: όταν η κοινωνία ζητά κάθαρση, το κράτος απαντά με εξαιρέσεις· όταν οι αγρότες ζητούν δικαιοσύνη, το σύστημα παράγει ασυλία· όταν ξεσπά σκάνδαλο με οσμή μαφίας, η εξουσία δεν δείχνει αποφασισμένη να κόψει τον γόρδιο δεσμό, αλλά να σβήσει ίχνη. Αυτό δεν είναι διαχείριση κρίσης. Είναι η ίδια η κρίση σε κρατική σφραγίδα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι παρανομίες, αλλά ποιος τις σβήνει
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν περιορίζεται στις καταγγελίες για ξερικά χωράφια, ανύπαρκτες καλλιέργειες και δηλώσεις που δεν αντέχουν ούτε σε στοιχειώδη έλεγχο. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι, ενώ η κοινή γνώμη περιμένει ξεκαθάρισμα, εμφανίζονται ρυθμίσεις που μοιάζουν να ξηλώνουν τις συνέπειες αντί να σκληραίνουν το πλαίσιο λογοδοσίας.
Κι εκεί η υπόθεση παύει να είναι απλώς αγροτική ή διαχειριστική. Γίνεται βαθιά πολιτική. Γιατί όταν το κράτος δείχνει επιείκεια στους μηχανισμούς που το εξέθεσαν, η υποψία συγκάλυψης παύει να είναι υπερβολή και γίνεται φυσικό συμπέρασμα.
Οι τίμιοι αγρότες πληρώνουν πάντα τον λογαριασμό
Σε κάθε τέτοια υπόθεση, οι μόνοι που μένουν σταθερά αδικημένοι είναι εκείνοι που δεν είχαν «άκρες», δεν είχαν μεσάζοντες, δεν είχαν κομματικά τηλέφωνα και παραθυράκια. Οι πραγματικοί αγρότες, οι άνθρωποι της παραγωγής, αυτοί που ιδρώνουν για να σταθεί όρθια η ύπαιθρος, είναι εκείνοι που βλέπουν τα χρήματα να χάνονται, την αξιοπιστία του κλάδου να καταρρέει και το όνομά τους να σέρνεται μαζί με τους επιτήδειους.
Όταν λοιπόν ακούγεται το «φέρετε τα λεφτά πίσω», δεν είναι σύνθημα υπερβολής. Είναι κραυγή κοινωνικής αποκατάστασης. Γιατί κάποιοι έκλεψαν όχι μόνο επιδοτήσεις, αλλά και το κύρος ενός ολόκληρου παραγωγικού κόσμου.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παριστάνει τον ανήξερο
Το πιο εξοργιστικό σε τέτοιες υποθέσεις είναι η γνωστή παράσταση αθωότητας: κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν είδε, κανείς δεν κατάλαβε. Πάντα οι ευθύνες διαχέονται, πάντα οι υπογραφές εμφανίζονται «τεχνικές», πάντα οι αποφάσεις βαφτίζονται υπηρεσιακές.
Όμως αυτή η γραμμή έχει εξαντληθεί. Όταν το σκάνδαλο αποκτά τέτοιο βάθος, όταν οι καταγγελίες πολλαπλασιάζονται, όταν η δυσωδία φτάνει μέχρι τον πυρήνα της διοίκησης, η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται πίσω από άρθρα, παραγράφους και διορθωτικές διατάξεις. Αντίθετα, γίνεται βαρύτερη. Και όποιος υπογράφει, όποιος ανέχεται, όποιος καθυστερεί, αναλαμβάνει και το μερίδιο της συνενοχής του.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι πια μια «δύσκολη υπόθεση». Είναι το αποτύπωμα ενός κράτους που έμαθε να ταΐζει τους λίγους και να κοροϊδεύει τους πολλούς. Αν αντί για κάθαρση δούμε κουκούλωμα, αν αντί για επιστροφή χρημάτων δούμε νέα συγχωροχάρτια, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για σκάνδαλο. Θα μιλάμε για καθεστώς. Και τότε το αίτημα δεν θα είναι μόνο «φέρτε τα λεφτά πίσω». Θα είναι: φέρτε πίσω και τη χαμένη ντροπή αυτού του τόπου.

