Το μεταπτυχιακό με το Columbia, τα 5.000 ευρώ, η πίεση της «βιωσιμότητας» και το μεγάλο ερώτημα: πόσο δημόσιο παραμένει ένα πανεπιστήμιο όταν αρχίζει να χρεώνει την πρόσβαση στη γνώση;
Το Πάντειο Πανεπιστήμιο βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση που δεν αφορά μόνο ένα μεταπτυχιακό. Δεν αφορά μόνο μια συνεργασία με το Columbia. Δεν αφορά μόνο ένα πρόγραμμα με τίτλο «Global China». Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο: το αν το δημόσιο πανεπιστήμιο θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τη γνώση ως κοινωνικό δικαίωμα ή αν θα αρχίσει να τη μετατρέπει, βήμα βήμα, εξαίρεση την εξαίρεση, σε προϊόν με τιμοκατάλογο.
Η υπόθεση παρουσιάζεται ως ειδική περίπτωση. Ως «κατ’ εξαίρεση» συνεργασία. Ως διεθνοποίηση. Ως ευκαιρία. Ως αναγκαίος συμβιβασμός για τη βιωσιμότητα του προγράμματος.
Αυτή είναι πάντα η γλώσσα με την οποία μπαίνουν τα δίδακτρα από το παράθυρο.
Όχι ως αρχή.
Ως εξαίρεση.
Όχι ως πολιτική επιλογή.
Ως ανάγκη.
Όχι ως εμπορευματοποίηση.
Ως «βιωσιμότητα».
Και κάπως έτσι, το αυτονόητο του δημόσιου πανεπιστημίου αρχίζει να γίνεται διαπραγματεύσιμο.
Το πρόβλημα δεν είναι το Columbia — είναι το μοντέλο
Ας τελειώνουμε με τις υπεκφυγές. Το ζήτημα δεν είναι αν το Columbia είναι μεγάλο πανεπιστήμιο. Είναι. Δεν είναι αν οι διεθνείς συνεργασίες είναι χρήσιμες. Είναι. Δεν είναι αν τα ελληνικά ΑΕΙ πρέπει να ανοίγονται στον κόσμο. Πρέπει.
Το ζήτημα είναι άλλο: μπορεί η διεθνοποίηση να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την εγκατάσταση διδάκτρων στα δημόσια μεταπτυχιακά;
Διότι εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια ακαδημαϊκή σύμπραξη. Μιλάμε για ένα dual master, στο οποίο οι φοιτητές του Παντείου καλούνται να πληρώσουν 5.000 ευρώ, ενώ για τους φοιτητές του Columbia το κόστος φτάνει τις 80.000 ευρώ. Και μπορεί κάποιος να πει ότι τα 5.000 ευρώ είναι «λίγα» σε σχέση με την αμερικανική αγορά. Αλλά αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα: αρχίζουμε να συγκρίνουμε το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο με την αμερικανική αγορά.
Και όταν η αγορά γίνει το μέτρο, η δωρεάν παιδεία παύει να είναι αρχή. Γίνεται παλιά συνήθεια.
Η «εξαίρεση» που ανοίγει δρόμο
Η πρυτανεία υποστηρίζει ότι η γενική θέση υπέρ των δωρεάν μεταπτυχιακών δεν αλλάζει. Ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί ειδική περίπτωση. Ότι το ίδρυμα έχει ήδη δεσμευθεί θεσμικά, οικονομικά και νομικά. Ότι έχουν υπογραφεί συμφωνίες, έχουν γίνει προετοιμασίες, έχει εισπραχθεί μέρος της χρηματοδότησης και ενδεχόμενη ακύρωση θα προκαλέσει μεγάλη ζημία.
Όλα αυτά είναι σοβαρά. Κανείς δεν μπορεί να τα προσπεράσει επιπόλαια.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ουσία: όταν ένα δημόσιο πανεπιστήμιο φτάνει στο σημείο να λέει «αν δεν βάλουμε δίδακτρα, θα υποστούμε ζημία», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Είναι ολόκληρο το σύστημα χρηματοδότησης, πίεσης και εξάρτησης μέσα στο οποίο οδηγούνται τα πανεπιστήμια.
Πρώτα τα υποχρηματοδοτείς.
Μετά τα σπρώχνεις να αναζητήσουν πόρους.
Μετά τα επιβραβεύεις όταν συμπράττουν με ισχυρά ξένα ιδρύματα.
Μετά τους λες ότι για να σταθεί το πρόγραμμα πρέπει να πληρώσουν οι φοιτητές.
Και στο τέλος παρουσιάζεις τα δίδακτρα ως φυσικό φαινόμενο.
Δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή.
Από το δικαίωμα στην «αγοραστική δυνατότητα»
Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν υπάρχει για να χωρίζει τους φοιτητές σε αυτούς που μπορούν και σε αυτούς που δεν μπορούν. Δεν υπάρχει για να μετατρέπει την ακαδημαϊκή εξέλιξη σε οικογενειακό προϋπολογισμό. Δεν υπάρχει για να λέει στον νέο επιστήμονα: έχεις τα προσόντα, έχεις την ικανότητα, έχεις την επιθυμία, αλλά δεν έχεις τα 5.000 ευρώ.
Αυτό είναι το σκληρό κοινωνικό φίλτρο των διδάκτρων. Δεν φαίνεται πάντα βίαιο. Δεν φωνάζει. Δεν απαγορεύει επίσημα την πρόσβαση. Απλώς τη δυσκολεύει τόσο, ώστε κάποιοι να αποκλείονται σιωπηλά.
Και έπειτα έρχονται οι υποτροφίες ως φύλλο συκής. Βεβαίως και είναι χρήσιμες. Βεβαίως και μπορούν να βοηθήσουν κάποιους. Αλλά οι υποτροφίες δεν αναιρούν τον κανόνα. Τον επιβεβαιώνουν. Διότι όταν χρειάζεσαι υποτροφία για να μπεις σε δημόσιο μεταπτυχιακό, τότε το δημόσιο αγαθό έχει ήδη μετατραπεί σε προνόμιο υπό όρους.
Το δίλημμα δεν είναι τεχνικό — είναι αξιακό
Η πρυτανεία λέει ότι το δίλημμα δεν είναι «υπέρ ή κατά των διδάκτρων», αλλά η θεσμική συνέχεια, η οικονομική ζημία και η τήρηση των συμφωνιών.
Όμως για την κοινωνία το δίλημμα είναι ακριβώς αυτό: υπέρ ή κατά της μετατροπής του δημόσιου πανεπιστημίου σε χώρο όπου η πρόσβαση στη μεταπτυχιακή γνώση αρχίζει να τιμολογείται.
Η θεσμική συνέχεια έχει σημασία.
Η αξιοπιστία των συμφωνιών έχει σημασία.
Η οικονομική ζημία έχει σημασία.
Αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει να μη γίνει η δημόσια εκπαίδευση ένα πεδίο όπου οι αρχές υποχωρούν μπροστά σε τετελεσμένα.
Γιατί αν σήμερα η εξαίρεση είναι το Columbia, αύριο μπορεί να είναι ένα άλλο πρόγραμμα, μεθαύριο ένα άλλο ίδρυμα, έπειτα ένα ακόμη μεταπτυχιακό. Και στο τέλος κανείς δεν θα θυμάται πότε ακριβώς πέρασε η γραμμή. Θα έχει περάσει σιγά σιγά, με πρακτικά Συγκλήτου, με χρηματοδοτικά εργαλεία, με όρους «βιωσιμότητας» και με την ίδια πάντα φράση: «δεν γίνεται αλλιώς».
Όχι, γίνεται αλλιώς
Γίνεται με ουσιαστική δημόσια χρηματοδότηση.
Γίνεται με διεθνείς συνεργασίες χωρίς μετακύλιση του κόστους στους φοιτητές.
Γίνεται με διεκδίκηση πόρων από την Πολιτεία.
Γίνεται με προστασία των δωρεάν μεταπτυχιακών ως θεσμικού πυρήνα και όχι ως ρομαντικής ανάμνησης.
Το Πάντειο έχει ιστορία. Έχει επιστημονικό βάρος. Έχει κοινωνική αποστολή. Δεν μπορεί να γίνει πεδίο δοκιμής για το μοντέλο του «λίγο δίδακτρα, αλλά για καλό σκοπό».
Διότι αυτό το «λίγο» είναι που ανοίγει την πόρτα στο πολύ.
Αυτό το «κατ’ εξαίρεση» είναι που γίνεται αύριο κανονικότητα.
Αυτό το «για λόγους βιωσιμότητας» είναι που μετατρέπει την παιδεία από δικαίωμα σε υπηρεσία.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν σώζεται όταν μαθαίνει να πουλάει καλύτερα τη γνώση του. Σώζεται όταν υπερασπίζεται τον λόγο για τον οποίο υπάρχει.
Και ο λόγος αυτός δεν είναι να βάζει τιμή στην πρόσβαση.
Είναι να ανοίγει δρόμους σε όσους έχουν μυαλό, κόπο και αξία — όχι μόνο σε όσους έχουν πορτοφόλι.

