Η Κάτω Αχαΐα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας ακόμη καταστροφής. Περισσότεροι από 7–8.000 κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ η φωτιά καταπίνει χωράφια, ζώα και περιουσίες. Κι όμως, αύριο ίσως ακουστεί ξανά το γνώριμο αφήγημα: «Επιτυχία – κανένας νεκρός».
Η φράση αυτή, όσο κι αν ακούγεται θετική, αποκρύπτει τη μισή αλήθεια. Στην πραγματικότητα, κανείς που έχει χάσει το σπίτι του, τα χωράφια του ή την εργασία του σε μια πυρκαγιά, δεν ξαναβρίσκει ποτέ τον ρυθμό της ζωής του όπως ήταν πριν. Η απώλεια δεν είναι μόνο αριθμοί – είναι η ίδια η καθημερινότητα που δεν επιστρέφει ποτέ.
Υποστελέχωση και γερασμένος στόλος
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει κάθε καλοκαίρι τις φλόγες με γερασμένο στόλο πυροσβεστικών μέσων, ελλιπές προσωπικό – ηρωικό αλλά οριακά επαρκές – και μια Πολιτική Προστασία που αποτυγχάνει να εφαρμόσει σοβαρή πρόληψη.
Το 2024, οι πυρκαγιές έφτασαν τις 9.777 σε όλη τη χώρα, αυξημένες από τις 8.257 του 2023, καταστρέφοντας πάνω από 44.500 εκτάρια γης. Οι εκκενώσεις έγιναν καθημερινότητα, οι καταστροφές συνήθεια.
Μνήμη κοντή, λάθη διαχρονικά
Από το Μάτι το 2018, όπου χάθηκαν 104 ανθρώπινες ζωές, μέχρι τις περσινές φωτιές σε Ρόδο και Έβρο, τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται: έλλειψη πρόληψης, αργοπορημένες αντιδράσεις, αποσπασματικός σχεδιασμός. Μετά την καταστροφή, η χώρα γυρίζει γρήγορα σε κανονικούς ρυθμούς, λες και τίποτα δεν συνέβη – μέχρι να έρθει η επόμενη τραγωδία.
Γιατί;
Γιατί οι δασικοί δρόμοι παραμένουν ακαθάριστοι. Γιατί τα εναέρια μέσα δεν ανανεώνονται εγκαίρως. Γιατί η εκπαίδευση των τοπικών κοινωνιών στην πρόληψη είναι ανύπαρκτη. Γιατί η φωτιά αντιμετωπίζεται μόνο όταν πλησιάζει τα σπίτια, ποτέ πριν.
Σήμερα είναι η Κάτω Αχαΐα. Αύριο θα είναι κάπου αλλού.
Και όσο η Πολιτική Προστασία παραμένει κακοσχεδιασμένη, υποστελεχωμένη και εθισμένη στις δικαιολογίες, όλοι μας ζούμε με την ίδια βεβαιότητα: ότι απλώς περιμένουμε τη σειρά μας.

