Το κράτος θυμάται τον πολίτη μόνο όταν είναι να του βάλει το χέρι στην τσέπη — και μετά παριστάνει τον τιμητή της “νομιμότητας”
Υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο σε αυτό το κράτος.
Όταν πρόκειται για σκάνδαλα, ρεμούλες, λεηλασία δημοσίου χρήματος, προκλητική ατιμωρησία και διοικητική αυθαιρεσία, η εξουσία κάνει την πάπια. Όταν όμως πρόκειται να κυνηγήσει τον φορολογικά εξαντλημένο πολίτη για τα τέλη κυκλοφορίας, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε αδυσώπητο χωροφύλακα της νομιμότητας.
Και κάπως έτσι, ο Έλληνας που έχει ήδη πληρώσει φόρους, ΦΠΑ, ειδικούς φόρους κατανάλωσης, διόδια, ασφάλειες, συνεργεία και βενζίνες-φωτιά, καλείται να πληρώσει ξανά και ξανά μόνο και μόνο για να κρατήσει ένα αυτοκίνητο στον δρόμο. Όχι ως πολυτέλεια. Αλλά ως ανάγκη. Ως εργαλείο ζωής. Ως μέσο επιβίωσης.
Δεν είναι “υποχρέωση”. Είναι μηχανισμός αφαίμαξης
Ας σταματήσουν τα παραμύθια.
Τα τέλη κυκλοφορίας δεν παρουσιάζονται στον πολίτη ως εύλογη συνεισφορά, αλλά ως τελεσίγραφο. Πλήρωσε, αλλιώς τιμωρείσαι. Πλήρωσε, αλλιώς απειλείσαι. Πλήρωσε, αλλιώς βαφτίζεσαι “παραβάτης” από ένα κράτος που έχει χτίσει ολόκληρη τη λειτουργία του πάνω στη μονιμοποίηση της αδικίας.
Ποια ακριβώς είναι η λογική;
Να πληρώνεις για να αγοράσεις όχημα.
Να πληρώνεις ΦΠΑ.
Να πληρώνεις καύσιμα με υπερφορολόγηση.
Να πληρώνεις διόδια.
Και στο τέλος να πληρώνεις και “τέλη κυκλοφορίας” για να μπορείς να κινείσαι μέσα στην ίδια σου τη χώρα.
Αυτό δεν μοιάζει με δίκαιο φορολογικό σύστημα.
Μοιάζει με φορολογική ενέδρα διαρκείας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά ηθικό
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο το ποσό. Είναι το θράσος.
Το κράτος απαιτεί από τον πολίτη απόλυτη πειθαρχία, ενώ το ίδιο λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Από τη μία, ο πολίτης ελέγχεται με διασταυρώσεις, ηλεκτρονικά ειδοποιητήρια και απειλητικές προθεσμίες. Από την άλλη, το ίδιο το σύστημα που ζητά “συνέπεια” βουλιάζει καθημερινά στην αδιαφάνεια, στην ανομία των ημετέρων και στην ασυλία των ισχυρών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η κοινωνική έκρηξη που σιγοβράζει.
Όχι μόνο στο ότι οι πολίτες δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά στο ότι βλέπουν πια καθαρά πως η “νομιμότητα” εφαρμόζεται επιλεκτικά: σκληρή για τους αδύναμους, ελαστική για τους προστατευμένους, ανύπαρκτη για όσους ανήκουν στο σύστημα.
Και τότε η οργή παύει να είναι απλή γκρίνια.
Γίνεται πολιτική συνείδηση.
Όταν ο λαός νιώθει λεηλατημένος, το χαράτσι παύει να είναι νόμος και γίνεται πρόκληση
Κάθε εξουσία που χάνει το μέτρο, στο τέλος χάνει και τη νομιμοποίησή της στη συνείδηση της κοινωνίας.
Γιατί η κοινωνία μπορεί να αντέξει θυσίες. Δεν αντέχει όμως την κοροϊδία. Δεν αντέχει να της ζητούν συνεχώς “υπευθυνότητα” εκείνοι που έχουν μετατρέψει το δημόσιο βίο σε βιομηχανία προνομίων, επιβαρύνσεων και εκβιασμών.
Ο πολίτης σήμερα δεν αμφισβητεί μόνο ένα τέλος.
Αμφισβητεί ένα ολόκληρο μοντέλο εξουσίας που του λέει:
“Εσύ θα πληρώνεις πάντα. Εμείς δεν θα λογοδοτούμε ποτέ.”
Και αυτή είναι η στιγμή που το οικονομικό βάρος μετατρέπεται σε καθαρή πολιτική σύγκρουση.
Διότι όταν το κράτος παύει να θυμίζει κοινό σπίτι και θυμίζει εισπρακτικό μηχανισμό κατοχής, τότε δεν γεννά συμμόρφωση. Γεννά αποστροφή.
Τι ισχύει
Τα τέλη κυκλοφορίας δεν αντιμετωπίζονται πια από μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ως “λογική υποχρέωση”, αλλά ως ακόμη ένα χαράτσι πάνω σε έναν ήδη λεηλατημένο πολίτη. Και όσο το κράτος επιμένει να κυνηγά τον αδύναμο, αδιαφορώντας για τη δική του πολιτική και ηθική χρεοκοπία, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία.
Δεν μπορείς να μιλάς για νομιμότητα με το ένα χέρι στο Σύνταγμα και το άλλο μονίμως βουτηγμένο στην τσέπη του πολίτη. Γιατί όταν η εξουσία ζητά συνεχώς αίμα από τους πολλούς για να συντηρεί την ασυλία των λίγων, τότε δεν κυβερνά — απομυζά. Και κάποια στιγμή, οι κοινωνίες δεν πληρώνουν άλλο. Απαντούν.

