Με λόγια ωμά, χωρίς φτιασίδια, ο φοιτητής Ανδρέας Αλικανιώτης περιέγραψε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής τις πρώτες στιγμές μετά τη σύγκρουση στα Τέμπη: αποπνικτική ατμόσφαιρα, ραγισμένα τζάμια, σκοτάδι, ανατροπή βαγονιού και διαφυγή από τα παράθυρα — πριν επιστρέψει να βοηθήσει άλλους επιβάτες.
«Σηκώθηκα γρήγορα γιατί καιγόμουν από τις λαμαρίνες»
Ο επιζών περιέγραψε ότι μέσα στο βαγόνι επικρατούσαν συνθήκες ασφυξίας: «η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική» και τα τζάμια είχαν ραγίσει. Μαζί με «ένα άλλο παιδί» κατάφεραν να βγουν έξω για να πάρουν ανάσες, όμως εκείνος γύρισε αμέσως πίσω για να βοηθήσει όσους είχαν μείνει μέσα. Εκτίμησε ότι εκείνη την ώρα μπορεί να βρίσκονταν μέσα περίπου 50 άτομα.
«Έκλεισαν όλα τα φώτα… συνειδητοποιήσαμε ότι ήμασταν αναποδογυρισμένοι»
Όπως κατέθεσε, είχε μόλις επιστρέψει από το κυλικείο και καθίσει όταν έγινε η πρόσκρουση. Τα φώτα έσβησαν ακαριαία και κάποιοι χρησιμοποίησαν φακούς από κινητά για να βλέπουν. Μέσα στο σκοτάδι, οι επιβάτες συνειδητοποίησαν σταδιακά το πιο εφιαλτικό στοιχείο: ότι το βαγόνι είχε αναποδογυρίσει.
«Φως υπήρχε μόνο από τη φωτιά… ακόμα το ζω σαν εφιάλτη»
Ο ίδιος σημείωσε ότι ο μόνος “φωτισμός” ήταν η φωτιά. Στις πρώτες κινήσεις του προσπάθησε να ελέγξει αν έχει τις αισθήσεις του, «πώς μπορεί να επιβιώσει» και μετά να στραφεί στη βοήθεια άλλων. Η διαφυγή, όπως είπε, απαιτούσε να σκαρφαλώσεις στα παράθυρα.
Και το πιο βαρύ κομμάτι: το μετά. Δήλωσε ότι ακόμη το βιώνει σαν κακό όνειρο/εφιάλτη, ότι δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει πως έφτασε τόσο κοντά στον θάνατο, ενώ περιέγραψε πως πολλοί παθόντες παραμένουν ψυχικά και σωματικά επιβαρυμένοι, με αρκετούς να χρειάζονται ψυχιατρική υποστήριξη για να σταθούν και να κοιμηθούν.
Η “στεγνή” ουσία της κατάθεσης
- Σκοτάδι, ανατροπή, καπνός: συνθήκες που ακυρώνουν κάθε έννοια «ομαλής εκκένωσης».
- Έξοδος από παράθυρα: διαφυγή με σκαρφάλωμα και αυτοσχεδιασμό.
- Μετατραυματικό αποτύπωμα: δεν είναι ρητορική, είναι καθημερινότητα για επιζώντες.
Δεν είναι “ιστορία”. Είναι κατάθεση: λαμαρίνες που καίνε, αέρας που δεν αναπνέεται, φως μόνο από τη φωτιά — και άνθρωποι που ακόμα παλεύουν να κοιμηθούν τα βράδια.

