Η «Κ» συνομίλησε με τον τεχνικό σύμβουλο οικογενειών θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών, Κώστα Λακαφώση, ιατροδικαστές και τοξικολόγους, προσπαθώντας να καταλάβει ποια ερωτήματα είναι δυνατόν να απαντηθούν επιστημονικά από την εκταφή των νεκρών
Αλεξία Καλαϊτζή
Πληθαίνουν τα αιτήματα εκταφής που καταθέτουν γονείς και συγγενείς ζητώντας τη διερεύνηση των αιτιών θανάτου των ανθρώπων τους που χάθηκαν στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών καθώς και την ταυτοποίηση των σορών τους μέσω DNA.
Το αίτημα της εκταφής έχει βρει πρόσωπο στον Πάνο Ρούτσι, ο οποίος συνεχίζει την απεργία πείνας στην πλατεία Συντάγματος λέγοντας ότι ζητάει το αυτονόητο: «Να μάθουμε τι έγινε με τα παιδιά μας».
Αιτήματα στην πρόεδρο Εφετών του Εφετείου Λάρισας έχουν καταθέσει ο Παύλος Ασλανίδης, η Μαρία Καρυστιανού και ο Χρήστος Κωνσταντινίδης. Η κ. Καρυστιανού αναφέρεται επίσης στον σκοπό του εντοπισμού «των χημικών που προκάλεσαν τη φονική πυρόσφαιρα».
Ο τεχνικός σύμβουλος οικογενειών θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών, Κώστας Λακαφώσης, ανέφερε στην «Κ» πως στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε αν θα πάρουμε μια σαφή και οριστική απάντηση από την εκταφή. Ωστόσο, «μια πλήρης ανάκριση θα πρέπει να προσπαθήσει να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα».
Μπορούν όμως τα αιτήματα των γονιών να απαντηθούν με την εκταφή σήμερα, δυόμισι χρόνια μετά την τραγωδία; Ερωτηθείς για το θέμα, ο τεχνικός σύμβουλος οικογενειών θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών, Κώστας Λακαφώσης, ανέφερε στην «Κ» πως στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε αν θα πάρουμε μια σαφή και οριστική απάντηση από την εκταφή. «Θεωρώ όμως πως μια πλήρης ανάκριση θα πρέπει να προσπαθήσει να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα. Πραγματικά δεν ξέρω αν είναι τεχνικά δυνατόν, αλλά να το κάνουμε και ας αποτύχει, αν όντως δεν μπορούν να βρεθούν στοιχεία μετά από δυόμισι χρόνια».
Οι απαντήσεις της εκταφής
Στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε στο ερώτημα συνομιλήσαμε με μια σειρά ιατροδικαστών και τοξικολόγων. Χαρακτηριστικό ήταν πως σχεδόν κανείς από τους επιστήμονες που προσεγγίσαμε δεν ήθελε να τοποθετηθεί επώνυμα επί του θέματος. Σίγουρα η ταυτοποίηση, η οποία είναι μια διαδικασία που έχει ήδη γίνει από την ομάδα ιατροδικαστών πριν από την παράδοση των νεκρών στους συγγενείς τους, μπορεί να επαναληφθεί και τώρα, καθώς είναι ακόμα δυνατός ο εντοπισμός γενετικού υλικού στους ιστούς των σορών μετά την εκταφή.
Είναι ακόμα δυνατός ο εντοπισμός γενετικού υλικού στους ιστούς των σορών μετά την εκταφή.
Αυτό όμως το οποίο οι περισσότεροι επιστήμονες που μιλήσαμε προκρίνουν ως αδύνατον να απαντηθεί από τις εξετάσεις και τις αναλύσεις που μπορεί να γίνουν τη δεδομένη χρονική στιγμή είναι αν το θύμα σκοτώθηκε κατά τη σύγκρουση ή αν κάηκε ζωντανό από την πυρκαγιά που προκλήθηκε. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να φανεί μόνο με εργαστηριακές εξετάσεις που θα γίνονταν στην αρχή, με τον εντοπισμό των σορών. Αυτό που μπορεί να μελετηθεί στην παρούσα φάση, και πάλι ανάλογα με τον τρόπο ταφής και την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα νεκρά σώματα, είναι οι κακώσεις, οι οποίες ωστόσο πρέπει να είχαν μελετηθεί κατά την αρχική νεκροτομή-νεκροψία στις περιπτώσεις των σορών που ήταν δυνατόν. Εμπειρος ιατροδικαστής υποστηρίζει πως σε αυτή τη φάση μπορούν να γίνουν και τοξικολογικές εξετάσεις οι οποίες δύνανται να μας δώσουν συμπληρωματικά στοιχεία για ουσίες που υπήρχαν στον οργανισμό όσο τα θύματα ήταν ζωντανά.
Mπορούν να γίνουν και τοξικολογικές εξετάσεις οι οποίες δύνανται να μας δώσουν συμπληρωματικά στοιχεία για ουσίες που υπήρχαν στον οργανισμό όσο τα θύματα ήταν ζωντανά.
«Το καλύτερο είναι να γίνονται όλες οι εξετάσεις στις δυο – τρεις ημέρες από τον θάνατο του ατόμου. Ο κανόνας είναι πως όσο μεγαλύτερο διάστημα μεσολαβήσει, τόσο πιο δύσκολο είναι να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα», σημείωσε με τη σειρά του ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσαύτης.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

