Όταν το σύστημα δείχνει τον πολίτη που ζητούσε ένα χαρτάκι, το κάνει για να κρύψει εκείνους που μοίρασαν δισεκατομμύρια, έργα, προμήθειες και κρατικό χρήμα στους δικούς τους.
Το παραμύθι του «μαζί φταίμε»
Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για το ρουσφέτι, επιστρατεύεται το ίδιο φτηνό άλλοθι: ο πολίτης που πήγε στον βουλευτή, ο ψηφοφόρος που ζήτησε μια χάρη, ο κομματάρχης που έστησε πελατεία. Ναι, αυτό υπήρξε. Ναι, αυτό δηλητηρίασε τη δημόσια ζωή. Ναι, αυτό είναι καταδικαστέο.
Αλλά αυτή είναι μόνο η πρόσοψη του κτιρίου. Το διακοσμητικό ψέμα. Το βολικό αφήγημα. Γιατί το σύστημα δεν θέλει να μιλήσει για το πραγματικό ρουσφέτι: όχι το μικρό, το λαϊκό, το ταπεινό, αλλά το μεγάλο, το ακριβό, το οργανωμένο, το κυβερνητικό.
Το μικρό ρουσφέτι ήταν η αθλιότητα της ανάγκης. Το μεγάλο ρουσφέτι είναι η αρχιτεκτονική της λεηλασίας.

Το μεγάλο φαγοπότι που ρήμαξε τη χώρα
Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε επειδή κάποιοι βόλεψαν έναν συγγενή σε μια καρέκλα. Καταστράφηκε επειδή κυβερνήσεις μετέτρεψαν το κράτος σε ταμείο εξυπηρέτησης επιχειρηματικών φίλων, κομματικών στρατών και ημετέρων υψηλής κερδοφορίας.
Εκεί παίχτηκε το πραγματικό παιχνίδι. Στα δημόσια έργα. Στις προμήθειες. Στους εξοπλισμούς. Στα φάρμακα. Στα κοινοτικά κονδύλια. Στις συμβάσεις που φούσκωσαν. Στις αναθέσεις που έτρεξαν. Στις δουλειές που μοιράστηκαν όχι με βάση το δημόσιο συμφέρον, αλλά με βάση τη συγγένεια με το σύστημα εξουσίας.
Από αυτά τα μεγάλα ρουσφέτια δεν βγήκαν απλώς “βολεμένοι”. Βγήκαν ολόκληρες δυναστείες πλούτου. Ζάμπλουτες οικογένειες, επιχειρηματικά μπλοκ, μηχανισμοί επιρροής, που αγόρασαν ισχύ, έφτιαξαν δίκτυα, έστησαν εξαρτήσεις και έμαθαν να κυβερνούν χωρίς να εκλέγονται.
Αυτό δεν είναι στρέβλωση της δημοκρατίας. Είναι υποκατάστασή της.
Η χώρα ως εταιρεία και οι πολίτες ως αναλώσιμοι
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι υπάρχει διαπλοκή. Είναι ότι η διαπλοκή έχει πάψει να είναι παρέκκλιση και λειτουργεί ως κανονικότητα. Κυβερνώντες και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα συμπεριφέρονται σαν συνεταίροι σε κοινή επιχείρηση, με την Ελλάδα να λειτουργεί ως ιδιωτικό μαγαζί.
Μια χώρα-Α.Ε. με διοικητές, μετόχους, εργολάβους, πρόθυμους μεσάζοντες και έναν λαό καταδικασμένο να πληρώνει το κόστος. Τα κέρδη ιδιωτικά, οι ζημιές δημόσιες. Τα οφέλη στους λίγους, οι θυσίες στους πολλούς. Έτσι φτιάχτηκε η Ελλάδα της πτώχευσης, της παρακμής και της μόνιμης ομηρίας.
Και μετά εμφανίζονται οι γνωστοί απολογητές του συστήματος για να κουνήσουν το δάχτυλο στην κοινωνία. Να πουν ότι “όλοι λίγο-πολύ συμμετείχαν”. Ότι “μαζί τα κάναμε”. Ότι “και ο κόσμος ζητούσε”. Σαν να είναι το ίδιο πράγμα ο απελπισμένος που ζητούσε ένα χαρτί για να επιβιώσει και ο καλοταϊσμένος μηχανισμός που μοίραζε εκατομμύρια για να κυβερνά αιώνια.
Αυτή η εξίσωση δεν είναι αθώα. Είναι πολιτικό ξέπλυμα.
Όχι, δεν τα φάγαμε μαζί. Άλλοι παρακαλούσαν για ένα μεροκάματο και άλλοι μοίραζαν ολόκληρη τη χώρα με τιμοκαταλόγους, συμβάσεις και υπογραφές. Άλλοι έψαχναν μια πόρτα ανοιχτή και άλλοι άνοιγαν θησαυροφυλάκια. Το μικρό ρουσφέτι ήταν η ντροπή ενός άρρωστου πολιτικού πολιτισμού. Το μεγάλο ρουσφέτι ήταν και παραμένει το οργανωμένο έγκλημα της εξουσίας. Και όσο το καθεστώς μιλά για το πρώτο, θα συνεχίζει να κρύβει το δεύτερο — γιατί εκεί βρίσκεται το πραγματικό πλιάτσικο.
