Όταν μια τοπική κοινωνία βράζει για την άναρχη χωροθέτηση ενεργειακών εγκαταστάσεων, η διοίκηση δεν κρίνεται από τις αναρτήσεις της τελευταίας στιγμής, αλλά από το αν ήταν παρούσα πριν το πρόβλημα γίνει έκρηξη. Και στο μήνυμα που δημοσιοποίησε ο δήμαρχος, αυτό που κυριαρχεί δεν είναι η αποφασιστικότητα. Είναι η ανάγκη πολιτικής αποσυμπίεσης.
Η υπόσχεση για προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας ακούγεται δυνατή. Όμως πίσω από τη θεατρική αυστηρότητα της ανάρτησης μένουν ανοιχτά τα ουσιώδη: πού ήταν η έγκαιρη πολιτική εγρήγορση, ποια συγκεκριμένα βήματα έγιναν μέχρι σήμερα και γιατί η απάντηση προς την κοινωνία συνοδεύεται από επιθετικές αιχμές κατά των ίδιων των πολιτών;
Η «γραμμή άμυνας» ήρθε όταν η πίεση έγινε δημόσια
Η ανάρτηση επιχειρεί να χτίσει ένα προφίλ δημοτικής αρχής που δήθεν στέκεται «σταθερά και αταλάντευτα» απέναντι στην αδειοδότηση μπαταριών. Μόνο που τέτοιες φράσεις δεν αρκούν για να σβήσουν το βασικό πολιτικό ερώτημα: γιατί αυτή η καθαρή, δημόσια και συγκρουσιακή θέση δεν αποτυπώθηκε νωρίτερα, με θεσμική ένταση και διαρκή ενημέρωση της κοινωνίας;
Όταν ένας δήμαρχος αναγκάζεται να δηλώσει δημοσίως ότι «η πρότασή μου θα είναι προσφυγή στο ΣτΕ», αυτό από μόνο του δείχνει ότι βρίσκεται ήδη σε φάση απολογίας απέναντι στην κοινή γνώμη. Δεν μιλάμε για πρωτοβουλία που προηγήθηκε του κινδύνου. Μιλάμε για αντίδραση που ακολουθεί την κατακραυγή.
Από την ουσία, στη μετατόπιση ευθύνης
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τελευταίο κομμάτι του μηνύματος, εκεί όπου η δημοτική αρχή δεν περιορίζεται να ανακοινώσει νομικές κινήσεις, αλλά περνά στην πολιτική επίθεση κατά των «ίδιων “εξεγερμένων” πολιτών» που, όπως υποστηρίζει, ήταν «άφαντοι».
Εδώ βρίσκεται και η πιο σκοτεινή πλευρά της ανάρτησης: αντί να απαντήσει καθαρά για το αν ο δήμος κινητοποιήθηκε εγκαίρως, αντί να εξηγήσει ποιο ήταν το θεσμικό του αποτύπωμα από την πρώτη στιγμή, επιλέγει να μοιράσει μομφές στην κοινωνία. Δηλαδή να πει, περίπου, ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αδειοδότηση. Είναι και όσοι διαμαρτύρονται γι’ αυτήν.
Αυτό δεν είναι ηγεσία. Είναι πολιτική άμυνα μέσω αντιπερισπασμού.
Το ΣτΕ δεν είναι άλλοθι — είναι η έσχατη γραμμή
Η προσφυγή στο ΣτΕ είναι σοβαρό εργαλείο. Αλλά δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πανάκεια ούτε ως επικοινωνιακό πλυντήριο πολιτικών καθυστερήσεων. Γιατί όταν μια υπόθεση φτάνει στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, συνήθως αυτό σημαίνει ότι στο πεδίο της πολιτικής πρόληψης, της τοπικής εγρήγορσης και της έγκαιρης θεσμικής πίεσης, πολλά έχουν ήδη χαθεί.
Η ουσία λοιπόν δεν είναι αν θα κατατεθεί μια προσφυγή. Η ουσία είναι αν ο δήμος άσκησε έγκαιρα πολιτική πίεση, αν απαίτησε διαφάνεια, αν ενημέρωσε ουσιαστικά το δημοτικό συμβούλιο και τους δημότες, αν έστησε πραγματικό μέτωπο πριν οι αδειοδοτήσεις αποκτήσουν τετελεσμένα χαρακτηριστικά.
Γιατί αλλιώς, το ΣτΕ κινδυνεύει να γίνει όχι εργαλείο μάχης, αλλά τελευταίο καταφύγιο για μια διοίκηση που τρέχει πίσω από τις εξελίξεις.
Το πολιτικό μήνυμα του δημάρχου δεν εκπέμπει δύναμη. Εκπέμπει πίεση. Δεν μυρίζει σχέδιο. Μυρίζει καθυστερημένη αναδίπλωση. Και πάνω απ’ όλα, αποκαλύπτει μια εξουσία που, αντί να λογοδοτεί ψύχραιμα στους δημότες για το τι έκανε και τι δεν έκανε, προτιμά να υψώνει τον τόνο και να στοχοποιεί όσους ανησυχούν.
Οι τοπικές κοινωνίες δεν ζητούν λεονταρισμούς στο Facebook. Ζητούν καθαρή στάση, έγκαιρη σύγκρουση και πολιτική ευθύνη χωρίς υπεκφυγές. Όταν αυτά λείπουν, κάθε ανάρτηση περί «σταθερής προστασίας των συμφερόντων των δημοτών» ακούγεται λιγότερο σαν διαβεβαίωση και περισσότερο σαν ομολογία ότι ο χρόνος χάθηκε — και τώρα κάποιοι τρέχουν να σώσουν την εικόνα τους.

