Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακάλυψε ξανά φαντάσματα, μίλησε για «κάποιους» που θέλουν να μας γυρίσουν πίσω και πούλησε άλλη μία φορά «σχέδιο για το 2030». Μόνο που η κοινωνία δεν ακούει πια σχέδιο. Ακούει κοροϊδία.
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική υποκρισία δεν κρύβεται ούτε πίσω από τηλεοπτικά φώτα, ούτε πίσω από στημένες λέξεις, ούτε πίσω από την αλαζονεία της εξουσίας. Απλώς ξεγυμνώνεται. Μία τέτοια στιγμή ήταν όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να κουνήσει το δάχτυλο στην κοινωνία, μιλώντας για «κάποιους» που θέλουν να μας γυρίσουν στο 1980, την ώρα που ο ίδιος έχει ήδη σπρώξει τη χώρα σε μια πραγματικότητα κοινωνικής ασφυξίας, οικονομικής απογύμνωσης και εθνικής παραίτησης.
Τώρα ανακάλυψαν και το νέο τους παραμύθι: το 1980 ως φόβητρο και το 2030 ως υπόσχεση. Δηλαδή ο άνθρωπος που κυβέρνησε με ακρίβεια, λεηλασία εισοδήματος, αποθέωση των καρτέλ, τραπεζική ασυδοσία, φυγή νέων, εργασιακή αποσάθρωση και ένα κράτος που στέκεται όρθιο μόνο για να υπηρετεί ισχυρούς, εμφανίζεται ως αρχιτέκτονας του μέλλοντος. Και ζητά από μια κοινωνία γονατισμένη να τον χειροκροτήσει επειδή της δείχνει έναν ορίζοντα που η ίδια δεν μπορεί καν να πληρώσει για να φτάσει.
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι ότι είπε ανοησίες. Πρωθυπουργοί λένε συχνά ανοησίες. Το πιο εξοργιστικό είναι ότι τις είπε με την άνεση ανθρώπου που θεωρεί ότι η μνήμη έχει πεθάνει. Ότι οι πολίτες δεν θυμούνται. Ότι δεν συγκρίνουν. Ότι δεν βλέπουν. Ότι δεν καταλαβαίνουν πως κάθε φορά που το σύστημα Μητσοτάκη μιλά για «μέλλον», εννοεί ένα μέλλον για λίγους και μια μόνιμη αφαίμαξη για τους πολλούς.
Γιατί ας μιλήσουμε χωρίς φτιασίδια. Η Ελλάδα του 1980, με όλες τις παθογένειες, τις καθυστερήσεις και τις αντιφάσεις της, δεν ήταν μια χώρα παραδομένη. Δεν ήταν μια χώρα τόσο βαθιά εξαρτημένη από ξένα κέντρα, funds, εργολαβίες, τραπεζικούς μηχανισμούς και επικοινωνιακά δεκανίκια. Δεν ήταν μια κοινωνία που έβλεπε τα παιδιά της να φεύγουν σαν φυσιολογική εξέλιξη. Δεν ήταν μια οικονομία τόσο απογυμνωμένη από παραγωγική αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν ένας τόπος που μάθαινε να ζει με τη μικρότητα ως εθνικό σχέδιο.
Και έρχεται σήμερα ο πρωθυπουργός του «όλα πωλούνται», του «όλα επικοινωνούνται», του «όλα βαφτίζονται μεταρρύθμιση», να μας πει ότι ο μεγάλος κίνδυνος είναι μήπως επιστρέψουμε στο 1980. Όχι. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι να παραμείνουμε παγιδευμένοι στο δικό του παρόν. Στην Ελλάδα όπου δουλεύεις περισσότερο και αγοράζεις λιγότερα. Στην Ελλάδα όπου η στέγη γίνεται πολυτέλεια, η σύνταξη φιλοδώρημα, ο μισθός ανέκδοτο και η κανονικότητα ένας διαρκής εκβιασμός να συνηθίσεις το χειρότερο.
Το «σχέδιο για το 2030» δεν είναι σχέδιο. Είναι προπαγανδιστικό ντεκόρ. Είναι το χαρτόνι που στήνεται μπροστά από τα ερείπια για να μη φαίνονται οι ρωγμές. Είναι η βιτρίνα μιας εξουσίας που δεν παράγει πατρίδα, δεν παράγει προοπτική, δεν παράγει κοινωνική ασφάλεια, αλλά μόνο δημόσιες σχέσεις, καταστολή, εξυπηρετήσεις και ένα μοντέλο χώρας που βολεύει όσους τρώνε από την κορυφή και συνθλίβει όσους ζουν από τη δουλειά τους.
Και οι «κάποιοι» που υποτίθεται πως θέλουν να μας γυρίσουν πίσω; Ποιοι είναι; Πού είναι; Γιατί όσο το λέει, τόσο περισσότερο ακούγεται σαν ομολογία φόβου. Φόβου απέναντι στη σύγκριση. Φόβου απέναντι στην ιστορική μνήμη. Φόβου μήπως η κοινωνία αντιληφθεί ότι το δικό του «μπροστά» ήταν τελικά μια βίαιη μεταφορά προς τα κάτω. Προς φθηνότερη ζωή, μικρότερη χώρα, πιο αδύναμη κοινωνία.
Ας σταματήσει λοιπόν ο Κυριάκος Μητσοτάκης να πουλάει το 2030 σαν μεταφυσική σωτηρία και το 1980 σαν εθνικό εφιάλτη. Γιατί το αληθινό πολιτικό πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι θέλουν να μας γυρίσουν πίσω. Είναι ότι αυτός, με όλο το καθεστώς του, έχει φροντίσει να μην μπορούμε να πάμε πουθενά μπροστά. Και όταν ένας πρωθυπουργός φοβάται τόσο πολύ τη σύγκριση με το παρελθόν, είναι γιατί ξέρει πως το παρόν του δεν αντέχει ούτε ένα λεπτό αλήθειας.

