Η Τουρκία δεν περιμένει να δικαιωθεί νομικά. Προσπαθεί να επιβληθεί πρακτικά. Και αυτό είναι το μάθημα που η Αθήνα ξεχνά επικίνδυνα.
Η πληροφορία ότι η Άγκυρα ετοιμάζει νομοσχέδιο για τη θεσμική κατοχύρωση θαλασσίων διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο —εφόσον επιβεβαιωθεί επισήμως— δεν είναι ένα ακόμη διπλωματικό επεισόδιο. Είναι ακόμη ένας κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα τουρκικής στρατηγικής, που δεν ξεκινά σήμερα και δεν θα τελειώσει με μια ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.
Φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό τις θριαμβολογίες μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023, τότε που η ρητορική των «ήρεμων νερών» παρουσιάστηκε περίπου ως νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Διακήρυξη υπεγράφη στις 7 Δεκεμβρίου 2023 και προβλήθηκε ως κείμενο φιλίας και καλής γειτονίας. Μόνο που η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η Άγκυρα ξέρει να υπογράφει χαμόγελα και να παράγει τετελεσμένα.
Κάθε φορά που η Τουρκία παρουσιάζει ένα νέο αφήγημα για να προσδώσει νομιμοφάνεια στις παράνομες διεκδικήσεις της, εμφανίζεται η γνωστή χορωδία των καθησυχαστών. «Δεν έχει νομική βάση». «Παραβιάζει το διεθνές δίκαιο». «Δεν παράγει έννομα αποτελέσματα». Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά. Αλλά είναι τραγικά ανεπαρκή.
Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η τουρκική ενέργεια είναι παράνομη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει την πολιτική, διπλωματική και επιχειρησιακή βούληση να αποτρέψει την εφαρμογή της στο πεδίο.
Το είδαμε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ανυπόστατο, παράνομο, αντίθετο με το διεθνές δίκαιο — όπως και αν θέλει κανείς να το χαρακτηρίσει. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την Τουρκία να το χρησιμοποιεί ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Δεν την εμπόδισε να εμφανίζει θαλάσσιες περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος ως δήθεν «τουρκική υφαλοκρηπίδα». Δεν την εμπόδισε να στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή της Κάσου το καλοκαίρι του 2024, όταν το ιταλικό ερευνητικό σκάφος Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου. Εκεί, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές και δημοσιεύματα της περιόδου, η παρουσία τουρκικών πολεμικών οδήγησε και σε ανάπτυξη ελληνικών πολεμικών πλοίων.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: η Τουρκία δεν αρκείται σε ρητορική. Χτίζει αφήγημα, το μετατρέπει σε διοικητική ή νομοθετική πράξη, το προβάλλει διεθνώς και στη συνέχεια επιχειρεί να το επιβάλει επί του πεδίου.
Αν αύριο Έλληνες αλιείς κινηθούν στα 7 ναυτικά μίλια από νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ανατολικά του 25ου μεσημβρινού, και βρεθούν αντιμέτωποι με τουρκικά σκάφη, τότε θα ξανακούσουμε την ίδια παλιά επωδό: «Δηλαδή τι θέλετε; Να κάνουμε πόλεμο;»
Όχι. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε πόλεμο. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε κράτος που να μπορεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματά του χωρίς να παραλύει κάθε φορά που η Άγκυρα σηκώνει τον τόνο.
Η τουρκική στρατηγική για το Αιγαίο δεν είναι καινούργια. Το 1974, με τη ΝΟΤΑΜ 714, η Τουρκία επιχείρησε να μεταφέρει μονομερώς τη δική της περιοχή ευθύνης περίπου μέχρι το μέσο του Αιγαίου, εντός του FIR Αθηνών. Η ελληνική αντίδραση ήταν η ΝΟΤΑΜ 1157, με την οποία η Αθήνα δήλωσε το Αιγαίο επικίνδυνη περιοχή για τη διεθνή αεροπλοΐα.
Τότε η αντίδραση είχε κόστος. Και όταν η Τουρκία διαπίστωσε ότι η κατάσταση έπληττε και τα δικά της συμφέροντα, ιδίως τον τουρισμό και τις αερομεταφορές, ανακάλεσε τη ΝΟΤΑΜ 714 το 1980. Δεν υποχώρησε επειδή συγκινήθηκε από το διεθνές δίκαιο. Υποχώρησε επειδή υπήρξε πρακτικό κόστος. Αυτό είναι το μάθημα που δεν πρέπει να ξεχνά η Αθήνα.
Η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ποτέ τη στρατηγική αμφισβήτησης. Αρνείται διαχρονικά να υποβάλλει σχέδια πτήσης για τα στρατιωτικά της αεροσκάφη όταν εισέρχονται στο FIR Αθηνών, επικαλούμενη τη διάκριση μεταξύ πολιτικών και κρατικών αεροσκαφών. Στην πράξη, όμως, η συμπεριφορά αυτή λειτουργεί ως μόνιμη αμφισβήτηση του υφιστάμενου καθεστώτος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στο Αιγαίο.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στη θάλασσα. Με τη «Γαλάζια Πατρίδα», με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με τις NAVTEX, με τις γκρίζες ζώνες, με την αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών, με την προσπάθεια να παρουσιαστεί το μισό Αιγαίο ως πεδίο «διαφοράς». Δεν πρόκειται για αποσπασματικές κινήσεις. Πρόκειται για στρατηγική φθοράς.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αυταπάτη. Ότι αρκεί να έχουμε δίκιο. Δεν αρκεί.
Το δίκιο χωρίς ισχύ είναι επιχείρημα σε συνέδριο. Δεν είναι πολιτική αποτροπής.
Η Ελλάδα οφείλει να επιμένει στο διεθνές δίκαιο. Αλλά οφείλει και να καταλαβαίνει ότι το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται από μόνο του. Χρειάζεται διπλωματική ενεργοποίηση, συμμαχίες, αποτρεπτική αξιοπιστία, σαφείς κόκκινες γραμμές και κυρίως συνέπεια. Όχι τη μια μέρα πανηγυρισμούς για «ήρεμα νερά» και την επόμενη αμηχανία μπροστά σε νέες τουρκικές αξιώσεις.
Η Τουρκία δεν αυτοσχεδιάζει. Δοκιμάζει, μετρά αντιδράσεις, κατοχυρώνει θέσεις, επανέρχεται. Αν δεν βρίσκει κόστος, προχωρά. Αν βρίσκει κόστος, υπολογίζει ξανά.
Αυτό είναι το μόνο λεξιλόγιο που καταλαβαίνει μια αναθεωρητική δύναμη.
Γι’ αυτό και η φωτογραφία από τις βραχονησίδες Καλόγηροι, στη μέση του Αιγαίου, πάνω στον 25ο μεσημβρινό, δεν είναι απλώς μια γεωγραφική υπενθύμιση. Είναι πολιτικό σύμβολο. Δείχνει το σημείο όπου η θεωρία γίνεται πεδίο. Εκεί όπου τα χαρτιά, οι χάρτες και οι διακηρύξεις παύουν να είναι αφηρημένες έννοιες και μετατρέπονται σε ζήτημα κυριαρχίας, παρουσίας και αποφασιστικότητας.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να κοιμάται πάνω σε νομικές βεβαιότητες. Το διεθνές δίκαιο είναι όπλο, όχι υπνωτικό.
Και στο Αιγαίο, όποιος δεν υπερασπίζεται εγκαίρως τα δικαιώματά του, κάποια στιγμή θα κληθεί να υπερασπιστεί την ίδια την πραγματικότητα.

