Υπάρχουν μέρη που δεν τα ορίζουν οι χάρτες, αλλά οι αναμνήσεις.
Και υπάρχουν γιορτές που δεν τις φτιάχνουν οι διοργανωτές, αλλά οι άνθρωποι.
Μια τέτοια γιορτή είναι το Παζάρι του Σωτήρα, στο πέτρινο ξωκλήσι που στέκει αγέρωχο, αγκαλιασμένο από πλατάνια και νερά που κυλούν σαν μουσική.
Κάθε Αύγουστο, η καρδιά της Ρούμελης χτυπά εκεί — τρεις μέρες χαράς, συνάντησης και παράδοσης. Οι δρόμοι γεμίζουν κόσμο, οι μυρωδιές από το ψητό αρνί μπερδεύονται με το θυμάρι και τη ρίγανη, και οι ήχοι από το κλαρίνο σμίγουν με τα γέλια των ανθρώπων. Είναι ένα πανηγύρι που δεν είναι απλώς εμπορικό — είναι ιερό αντάμωμα ψυχών.
Παλαιότερα, το Παζάρι κρατούσε ολόκληρη βδομάδα.
Οι τσέλιγκες κατέβαιναν απ’ τα βουνά με τα τυριά και τα γιαούρτια τους, οι έμποροι έστηναν τις πραμάτειες τους, οι γυναίκες του χωριού έφερναν τα βότανά τους — τσάι, θυμάρι, ρίγανη — ό,τι έδινε η γη με αγάπη. Δεν υπήρχαν αποδείξεις, αλλά υπήρχε εμπιστοσύνη. Δεν υπήρχαν κανόνες, αλλά υπήρχε τάξη. Δεν υπήρχαν κέρδη, μα υπήρχε ψυχή.
Σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει. Το κράτος μπήκε παντού, οι νόμοι, οι αποδείξεις, οι έλεγχοι… κι εκείνο το αυθόρμητο, το γνήσιο, άρχισε να χάνεται σιγά σιγά. Το παλιό παζάρι, όπως το ξέραμε, φθίνει. Όμως — δεν έσβησε. Ζει μέσα στους ανθρώπους που ακόμη ανεβαίνουν στο Σωτήρα κάθε Δεκαπενταύγουστο, με μια μπύρα στο χέρι και ένα χαμόγελο στην ψυχή.
Γιατί η παράδοση δεν πεθαίνει. Απλώς αλλάζει ρούχα.
Και το Παζάρι του Σωτήρα, όσο υπάρχει έστω κι ένας που το θυμάται με αγάπη,
θα συνεχίζει να ζει — σαν μια προσευχή με άρωμα ρίγανης και ήχο κλαρίνου.

