Άρθρο του Γιώργου Πύργαρη, συγγραφέα
Θα είναι μια βολική απάτη να τα φορτώσουμε όλα αποκλειστικά στο κυβερνών κόμμα, στους υπουργούς και στους βουλευτές του. Ναι, η εξουσία έχει τεράστια ευθύνη. Αλλά πίσω από κάθε πολιτικό που «τακτοποιεί», υπάρχει και μια κοινωνία που έμαθε να ζητά τακτοποίηση αντί για δικαιοσύνη.
Το πελατειακό κράτος δεν είναι ατύχημα της στιγμής. Είναι εθνική συνήθεια δεκαετιών, σχεδόν αιώνων. Δεν χτίσαμε θεσμούς που να λύνουν δίκαια τα προβλήματα των ανθρώπων· χτίσαμε κομματικούς μηχανισμούς. Δεν καλλιεργήσαμε πολίτες· καλλιεργήσαμε πελάτες.
Το βολικό παραμύθι του “φταίνε μόνο οι από πάνω”
Κάθε φορά που ξεσπά ένα σκάνδαλο, η δημόσια συζήτηση ψάχνει πρόσωπα για να εκτελέσει συμβολικά. Και ασφαλώς πρέπει να λογοδοτήσουν όσοι άσκησαν εξουσία, όσοι παρενέβησαν, όσοι υπέγραψαν, όσοι πίεσαν, όσοι λειτούργησαν σαν ιδιοκτήτες του κράτους.
Αλλά εκεί αρχίζει και η μεγάλη υποκρισία: διότι ένα τέτοιο σύστημα δεν επιβιώνει μόνο από την αλαζονεία των κυβερνώντων. Επιβιώνει και από τη σιωπηλή —ή και πρόθυμη— κοινωνική συνενοχή. Από τον πολίτη που δεν ζητά κανόνα, αλλά εξαίρεση. Δεν ζητά ισονομία, αλλά γνωστό. Δεν ζητά κράτος, αλλά «τηλέφωνο».
Δεν φτιάξαμε δημοκρατία θεσμών, φτιάξαμε αγορά εξυπηρετήσεων
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά μια ιστορική επιλογή: αντί να στηρίξει ανεξάρτητους θεσμούς, αντικειμενικούς μηχανισμούς και διοίκηση με κανόνες, επένδυσε στο κόμμα-μεσάζοντα.
Το κόμμα έγινε ο διανομέας της εύνοιας. Ο βουλευτής έγινε το τοπικό γραφείο διευθετήσεων. Ο υπουργός έγινε ο τελικός κόμβος πίεσης. Και ο πολίτης, αντί να απαιτεί αξιοπρέπεια μέσω θεσμών, εκπαιδεύτηκε να κυνηγά επιβίωση μέσω γνωριμιών.
Αυτό είναι το πραγματικό εθνικό πρόβλημα: δεν διαφθείρονται απλώς οι κυβερνήσεις από το σύστημα. Συχνά εκλέγονται ακριβώς επειδή υπόσχονται ότι θα το υπηρετήσουν.
Οι σημερινοί κατηγορούμενοι μπορεί να είναι ένοχοι, αλλά είναι και προϊόντα ενός άρρωστου μηχανισμού
Όποιος ελέγχεται σήμερα για τις πράξεις του, πρέπει να ελεγχθεί μέχρι τέλους. Χωρίς κουκούλωμα, χωρίς ασυλία της ουσίας, χωρίς συμψηφισμούς.
Όμως οι σημερινοί πολιτικοί πρωταγωνιστές δεν έπεσαν από τον ουρανό. Δεν είναι εξωγήινοι. Είναι το πιο ωμό σύμπτωμα ενός μηχανισμού που αναπαράγεται επειδή βολεύει πολλούς: την εξουσία που μοιράζει προσβάσεις, τα κομματικά δίκτυα που απομυζούν το κράτος και ένα κομμάτι της κοινωνίας που, αντί να σιχαίνεται το ρουσφέτι, το θεωρεί δικαίωμά του όταν το απολαμβάνει ο ίδιος.
Γι’ αυτό και η οργή που σταματά μόνο στους υπουργούς και στους βουλευτές είναι μισή οργή. Είναι οργή επιλεκτική. Είναι οργή που βλέπει τα δέντρα και αρνείται να αντικρίσει το δάσος.
Το ανάθεμα, λοιπόν, δεν αρκεί να πέσει μόνο στους πολιτικούς διαχειριστές του πελατειακού βούρκου. Πρέπει να επιστρέψει και στην κοινωνία που τον ανέχθηκε, τον τάισε και πολλές φορές τον απαίτησε. Γιατί αν συνεχίσουμε να παριστάνουμε τα αθώα θύματα, θα ξαναγεννήσουμε το ίδιο τέρας με άλλο όνομα, άλλο χρώμα και άλλους πρωταγωνιστές. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτοί που ρουσφετολογούν από πάνω. Είναι κι εκείνοι που, από κάτω, εξακολουθούν να γονατίζουν μπροστά στο ρουσφέτι και να το λένε «λύση».


